Το γαργαλητό ίσως είναι πιο «οικουμενικό» απ’ όσο πιστεύαμε. Έρευνα στην οποία συμμετείχαν Έλληνες, Κινέζοι και Ολλανδοί έδειξε ότι οι άνθρωποι από διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα γαργαλιούνται στα ίδια περίπου σημεία του σώματος. Στη μελέτη συμμετείχε και η Ελληνίδα νευροεπιστήμονας Κωνσταντίνα Κιλτένη.
Οι άνθρωποι δεν είναι τα μόνα ζώα που αντιδρούν στο γαργαλητό. Οι μεγάλοι πίθηκοι γαργαλούν ο ένας τον άλλον, ενώ αρουραίοι και σουρικάτες (Suricata suricatta) ανταποκρίνονται όταν τους γαργαλούν άνθρωποι, γεγονός που υποδηλώνει ότι η συγκεκριμένη αίσθηση έχει διατηρηθεί στην πορεία της εξέλιξης.
Η μορφή γαργαλητού που εξετάζει η μελέτη ονομάζεται gargalesis και συνδέεται με το παιχνίδι. Προκαλείται από έντονη και επαναλαμβανόμενη πίεση και μπορεί να προκαλέσει γέλιο και σπασμωδικές κινήσεις. Ένα διαφορετικό είδος γαργαλητού, γνωστό ως knismesis, προκαλείται από πολύ απαλό άγγιγμα, όπως το πέρασμα ενός φτερού πάνω στο δέρμα, και δεν προκαλεί γέλιο.
Το συγκεκριμένο είδος έχει προσελκύσει το ερευνητικό ενδιαφέρον λόγω της ομοιότητάς του με τον κνησμό, ο οποίος αποτελεί σύμπτωμα αρκετών ιατρικών παθήσεων, εξηγεί ο Ζιλιανγκ Σιόνγκ, νευροεπιστήμονας στο Πανεπιστήμιο Radboud στο Ναϊμέχεν της Ολλανδίας και πρώτος συγγραφέας της μελέτης.
Για πολλά χρόνια, το γαργαλητό παρέμενε στο περιθώριο της επιστημονικής έρευνας, προσελκύοντας το ενδιαφέρον μόνο μιας μικρής ομάδας ερευνητών. Ως αποτέλεσμα, «πρόκειται πραγματικά για μια ελάχιστα κατανοητή αίσθηση», λέει ο Μίχαελ Μπρεχτ, νευροεπιστήμονας στο Πανεπιστήμιο Χούμπολντ του Βερολίνου, ο οποίος μελετά το γαργαλητό σε αρουραίους και ανθρώπους.
Τα ευρήματα της μελέτης
Για να διερευνήσουν καλύτερα το φαινόμενο, ο Σιόνγκ και η συνάδελφός του στο Radboud, Κωνσταντίνα Κιλτένη, στρατολόγησαν 448 συμμετέχοντες από τρεις διαφορετικές πολιτισμικές ομάδες: Ολλανδούς, Έλληνες και Κινέζους. Κάθε συμμετέχων συμπλήρωσε ένα ερωτηματολόγιο σχετικά με τις εμπειρίες και τις αντιλήψεις του γύρω από το γαργαλητό. Στη συνέχεια, μέσω υπολογιστή, χρωμάτισε πάνω σε ένα ψηφιακό μοντέλο ανθρώπινου σώματος τις περιοχές όπου αισθανόταν γαργαλητό. Η ίδια διαδικασία επαναλήφθηκε και για άλλες σωματικές αισθήσεις, όπως ο πόνος ή το ευχάριστο άγγιγμα. Σχεδόν όλοι οι συμμετέχοντες (98,4%) δήλωσαν ότι έχουν βιώσει την αίσθηση του γαργαλητού, ενώ το 95,8% ανέφεραν ότι έχουν γαργαλήσει κάποιον άλλο.
Οι εμπειρίες ήταν παρόμοιες και στις τρεις πολιτισμικές ομάδες. Αυτό μπορεί να μην προκαλεί έκπληξη, ωστόσο προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι ερμηνεύουν αγγίγματα που συνδέονται με συναισθήματα, όπως μια αγκαλιά, μπορεί να διαφέρει ανάλογα με το πολιτισμικό τους υπόβαθρο, σημειώνει η Κιλτένη.
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι τα σημεία του σώματος που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στο γαργαλητό ήταν σε μεγάλο βαθμό κοινά μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών και ατόμων. Σε αυτά περιλαμβάνονται ο λαιμός, οι μασχάλες, η κοιλιά και τα πέλματα.
Οι συγκρίσεις με χάρτες άλλων αισθήσεων, όπως ο πόνος ή η ευχαρίστηση, έδειξαν ότι το γαργαλητό αποτελεί μια σαφώς διακριτή και μοναδική αίσθηση.
«Το γαργαλητό φαίνεται να αποτελεί μια δική του κατηγορία, τόσο σε φυσιολογικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο», λέει ο Σιόνγκ. «Δεν φαίνεται να είναι απλώς ένα υποπροϊόν ή ένας συνδυασμός άλλων σωματικών αισθήσεων».
Η θεωρία του Δαρβίνου
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν στη συνέχεια τους χάρτες του σώματος για να εξετάσουν πέντε υφιστάμενες θεωρίες σχετικά με το γαργαλητό. Από τις πέντε θεωρίες, μόνο μία φάνηκε να εξηγεί εν μέρει τα ευρήματα: η υπόθεση του Κάρολου Δαρβίνου ότι τα σημεία του σώματος που αγγίζονται σπανιότερα είναι και εκείνα που είναι πιο ευαίσθητα στο γαργαλητό.
Ωστόσο, δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει πλήρως το φαινόμενο.
«Το γαργαλητό είναι πιο σύνθετο απ’ όσο θα μπορούσε κανείς αρχικά να υποθέσει», καταλήγει η Κιλτένη.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Nature Human Behaviour».
Πηγή: Nature
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος
