Ο Μαλτέζος επιχειρηματίας Γιόργκεν Φένεχ, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι ανέθεσε τη δολοφονία της ερευνητικής δημοσιογράφου Ντάφνι Καρουάνα Γκαλιζία, αθωώθηκε την Τετάρτη μετά από μια δίκη που διήρκεσε δύο μήνες.
Ο 44χρονος Φένεχ δικαζόταν για συνέργεια σε δολοφονία και για την μικρότερη κατηγορία της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό τη διάπραξη δολοφονίας. Εάν κρινόταν ένοχος, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ποινή έως και ισόβια κάθειρξη.
Ο Φένεχ αθωώθηκε και από τις δύο κατηγορίες με ψήφους 8 προς 1, μετά από οκτώ ώρες διαβουλεύσεων της επιτροπής ενόρκων.
Η δολοφονία της Καρουάνα Γκαλιζία τον Οκτώβριο του 2017 συγκλόνισε την Ευρώπη και πυροδότησε πολιτική θύελλα στη Μάλτα, ενώ έστρεψε τη διεθνή προσοχή στην αστυνομία και τη δικαιοσύνη της χώρας.
Τα μέλη της οικογένειας του Φένεχ φώναζαν από χαρά, ενώ οι συγγενείς της Καρουάνα Γκαλιζία έκλαιγαν σε μια κατάμεστη αίθουσα δικαστηρίου στη Βαλέτα.
«Εννέα χρόνια μετά τη βίαιη δολοφονία της Ντάφνι, οι θεσμικές αδυναμίες που επέτρεψαν τη δολοφονία της παραμένουν ανεπίλυτες και χωρίς μεταρρυθμίσεις», ανέφερε η οικογένειά της σε δήλωση.
«Η διαρκής δικαιοσύνη σημαίνει ότι κανένας άνθρωπος δεν πρέπει ποτέ να αντιμετωπίσει ξανά τους ίδιους κινδύνους. Η χώρα μας απέτυχε να προστατεύσει τη ζωή της Ντάφνι. Της οφείλει να αποτρέψει την απώλεια άλλων ζωών.»
Το δικαστήριο άκουσε ότι ο Φένεχ, ο φερόμενος ως εγκέφαλος του σχεδίου, ήθελε νεκρή την Καρουάνα Γκαλιζία επειδή επρόκειτο να αποκαλύψει πληροφορίες για τον ίδιο.
Ήταν 53 ετών όταν πέθανε.
Ο Φένεχ εαρνήθηκε τις κατηγορίες και η υπεράσπισή του κατά τη διάρκεια της δίκης κατηγόρησε τον κάποτε στενό του φίλο Κιθ Σέμπρι, πρώην επικεφαλής του γραφείου του τότε πρωθυπουργού Τζόζεφ Μουσκάτ και συνήθη στόχος των αναρτήσεων που έκανε η Καρουάνα Γκαλιζία.
Ο Μουσκάτ, ο οποίος ποτέ δεν συνδέθηκε με τη δολοφονία, παραιτήθηκε τον Ιανουάριο του 2020 λόγω των πολιτικών επιπτώσεων της δολοφονίας.
Η αστυνομία δήλωσε στο δικαστήριο ότι ο Σέμπρι δεν είχε ποτέ θεωρηθεί ύποπτος, ενώ ο ίδιος αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή στη δολοφονία.
Ο Φένεχ ήταν ο τελευταίος από τους έξι ανθρώπους που κατηγορήθηκαν για τη συνωμοσία που παραπέμφθηκαν σε δίκη. Η Καρουάνα Γκαλιζία, 53 ετών, δολοφονήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2017 από βόμβα που εξερράγη ενώ οδηγούσε κοντά στο σπίτι της.
Είχε γράψει εκτενώς για υποψίες διαφθοράς σε πολιτικούς και επιχειρηματικούς κύκλους της Μάλτας, με ερευνητικά ρεπορτάζ που στοχεύαν άτομα του στενού κύκλου του τότε πρωθυπουργού Τζόζεφ Μουσκάτ, τους οποίους κατηγορούσε ότι κατείχαν υπεράκτιες εταιρείες σε φορολογικούς παραδείσους, όπως αποκαλύφθηκε από τη διαρροή των «Panama Papers».
Επίσης, είχε στοχεύσει την αντιπολίτευση και επιχειρηματικούς ηγέτες της Μάλτας.
Τη στιγμή του θανάτου της, αντιμετώπιζε περισσότερες από 40 αγωγές για δυσφήμιση.
Μια ανεξάρτητη έρευνα για τη δολοφονία, που δημοσιεύθηκε το 2021, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το μαλτέζικο κράτος «πρέπει να αναλάβει την ευθύνη» για τη δολοφονία, λόγω μιας κουλτούρας ατιμωρησίας που προερχόταν από τα υψηλότερα επίπεδα της κυβέρνησης.
Ο Φένεχ συμμετείχε σε μια κοινοπραξία που κέρδισε μια αμφιλεγόμενη σύμβαση με τη μαλτέζικη κυβέρνηση για την κατασκευή ενός σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Η σύλληψή του το 2019, ενώ έφευγε από τη Μάλτα με το γιοτ του, πυροδότησε μια σειρά μαζικών διαδηλώσεων στη χώρα, οι οποίες κορυφώθηκαν με την παραίτηση του Μουσκάτ.
Αφού αθωώθηκε από όλες τις κατηγορίες την Τετάρτη, βγήκε από την αίθουσα του δικαστηρίου της Βαλέτας και βρέθηκε σε μια χαοτική σκηνή έξω, με διαμαρτυρόμενους να φωνάζουν καθώς έμπαινε σε ένα αυτοκίνητο που τον περίμενε.
Δεν έκανε κανένα σχόλιο.
Πηγή: Reuters, Associated Press
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος
