Ποιοι θα πρέπει να ξεκινήσουν να παίρνουν στατίνες προτού υποστούν έμφραγμα ή εγκεφαλικό επεισόδιο; Οι γιατροί συνήθως εκτιμούν τον κίνδυνο με βάση παράγοντες όπως η χοληστερόλη, η αρτηριακή πίεση, το κάπνισμα και ο διαβήτης. Μια μεγάλη κλινική δοκιμή εξέτασε μια πιο άμεση προσέγγιση: την αναζήτηση συσσώρευσης ασβεστίου στις αρτηρίες της καρδιάς μέσω αξονικής τομογραφίας.
Η στρατηγική που βασίστηκε στην απεικόνιση οδήγησε σε πολύ λιγότερες συστάσεις για έναρξη θεραπείας με στατίνες. Ωστόσο, έπειτα από 4,2 χρόνια, σοβαρά καρδιαγγειακά επεισόδια καταγράφηκαν στο 2,7% των συμμετεχόντων και στις δύο ομάδες. Υπήρχε όμως μια σημαντική παράμετρος: επειδή τα καρδιαγγειακά επεισόδια ήταν λιγότερα από όσα ανέμεναν οι ερευνητές, η μελέτη δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η προσέγγιση που βασίζεται στην απεικόνιση ήταν πιο ακριβής από την παραδοσιακή αξιολόγηση κινδύνου.
Τα ευρήματα προέρχονται από τη μελέτη CorCal Outcomes, η οποία συνέκρινε δύο διαφορετικές προσεγγίσεις για τον εντοπισμό των ατόμων που θα πρέπει να ξεκινήσουν θεραπεία με στατίνες, πριν εκδηλώσουν για πρώτη φορά σοβαρό καρδιαγγειακό επεισόδιο. Οι στατίνες είναι φάρμακα που μειώνουν τη χοληστερόλη και μπορούν να περιορίσουν τον κίνδυνο αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου (ΑΚΝ), στην οποία περιλαμβάνονται η στεφανιαία νόσος και το ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο.
«Για πάρα πολλούς ασθενείς, το πρώτο σύμπτωμα της ΑΚΝ είναι ένα έμφραγμα», δήλωσε ο Δρ. Τζόζεφ Μπ. Μούλσταϊν του Intermountain Medical Center στη Γιούτα των ΗΠΑ, κύριος ερευνητής της μελέτης CorCal Outcomes.
«Οι στατίνες έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικές στην πρόληψη της ΑΚΝ. Ωστόσο, υπάρχει ένα σημαντικό κενό στην αξιολόγηση του κινδύνου, την έναρξη της θεραπείας με στατίνες και τη συνέχιση της θεραπείας», σημείωσε.
Το κενό αυτό έχει σημασία, καθώς ορισμένοι άνθρωποι που τελικά θα υποστούν έμφραγμα μπορεί να μην είχαν θεωρηθεί εξαρχής αρκετά υψηλού κινδύνου ώστε να λάβουν στατίνες. Ο ερευνητής σημείωσε ότι αυτό μπορεί να ισχύει ιδιαίτερα για τους νεότερους ανθρώπους.
Η απεικόνηση της καρδιάς εντοπίζει άμεσα την αθηρωματική πλάκα
Η μελέτη εξέτασε κατά πόσον η άμεση αναζήτηση ενδείξεων πλάκας στις στεφανιαίες αρτηρίες θα μπορούσε να προσφέρει έναν εναλλακτικό τρόπο καθοδήγησης της θεραπείας. Οι ερευνητές συνέκριναν τις συγκεντρωτικές εξισώσεις κοόρτης (PCE), οι οποίες εκτιμούν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο με βάση τους παραδοσιακούς παράγοντες κινδύνου, με το σκορ ασβεστίου των στεφανιαίων αρτηριών (CAC).
Η εξέταση CAC πραγματοποιείται με αξονική τομογραφία και εντοπίζει εναποθέσεις ασβεστίου στις αρτηρίες που τροφοδοτούν την καρδιά με αίμα. Η παρουσία ασβεστίου αποτελεί ένδειξη υποκείμενης αθηρωματικής πλάκας και προσφέρει στους γιατρούς μια πιο άμεση εικόνα της αθηροσκλήρωσης σε σχέση με έναν υπολογισμό κινδύνου που βασίζεται αποκλειστικά σε παράγοντες κινδύνου.
Στη μελέτη συμμετείχαν 5.772 άτομα, με μέση ηλικία τα 64 έτη, εκ των οποίων το 51% ήταν γυναίκες. Κανένας από τους συμμετέχοντες δεν είχε διαγνωστεί με ΑΚΝ, διαβήτη και δεν είχε λάβει θεραπεία με στατίνες. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες και έλαβαν σύσταση για την έναρξη θεραπείας με στατίνες με βάση είτε τη συμβατική βαθμολογία κινδύνου PCE είτε το αποτέλεσμα της εξέτασης CAC. Το πρωτόκολλο της μελέτης καθόριζε τη σύσταση, όμως η τελική απόφαση για τη θεραπεία λαμβανόταν από τους ασθενείς και τους γιατρούς τους.
Ίδιο ποσοστό επεισοδίων και στις δύο ομάδες
Έπειτα από 4,2 χρόνια παρακολούθησης, σοβαρά καρδιαγγειακά επεισόδια καταγράφηκαν στο 2,7% των συμμετεχόντων και στις δύο ομάδες. Η μελέτη κατέγραψε ως σημαντικά καρδιαγγειακά συμβάντα τον θάνατο από οποιαδήποτε αιτία, την καρδιακή προσβολή, το εγκεφαλικό επεισόδιο και τις επεμβάσεις για την αποκατάσταση της ροής του αίματος μέσω στενωμένων ή αποφραγμένων αρτηριών.
Το γεγονός ότι διαπιστώθηκε το ίδιο ποσοστό καρδιαγγειακών επεισοδίων, 2,7% και στις δύο ομάδες, θα μπορούσε εκ πρώτης όψεως να υποδηλώνει ότι οι δύο στρατηγικές ήταν εξίσου αποτελεσματικές. Ωστόσο, από στατιστικής άποψης, οι ερευνητές δεν μπορούσαν να καταλήξουν σε αυτό το συμπέρασμα.
Η μελέτη είχε σχεδιαστεί για να διαπιστώσει εάν η λήψη αποφάσεων με βάση τη βαθμολογία CAC ήταν μη κατώτερη (non-inferior), δηλαδή εάν δεν ήταν απαράδεκτα λιγότερο αποτελεσματική από την παραδοσιακή προσέγγιση που βασίζεται στη βαθμολογία κινδύνου. Ο λόγος κινδύνου ήταν 0,99, με διάστημα εμπιστοσύνης 95% από 0,71 έως 1,38, αλλά η μελέτη δεν πληρούσε το προκαθορισμένο όριο για την απόδειξη της μη κατωτερότητας. Ένας από τους λόγους ήταν ότι τα σοβαρά καρδιαγγειακά επεισόδια ήταν λιγότερο συχνά από ό,τι αναμενόταν. Με λιγότερα επεισόδια προς σύγκριση, η στατιστική ισχύς της μελέτης ήταν μικρότερη και δεν μπορούσε να προσδιορίσει με βεβαιότητα εάν οι δύο προσεγγίσεις οδηγούσαν πράγματι σε παρόμοια αποτελέσματα.
Λιγότερες συστάσεις για θεραπεία με στατίνες
Ακόμη και χωρίς οριστική απάντηση ως προς τα καρδιαγγειακά αποτελέσματα, οι δύο στρατηγικές οδήγησαν σε πολύ διαφορετικά ποσοστά συστάσεων για τη λήψη στατινών. Στην ομάδα που αξιολογήθηκε με βάση τη μέθοδο PCE, οι συμμετέχοντες έλαβαν σύσταση να ξεκινήσουν στατίνες περισσότερο από τρεις φορές συχνότερα σε σχέση με όσους αξιολογήθηκαν με βάση την εξέταση CAC.
Ωστόσο, όσοι έλαβαν σύσταση για στατίνες βάσει των αποτελεσμάτων της CAC είχαν πολύ περισσότερες πιθανότητες να συνεχίσουν τη θεραπεία. Η συμμόρφωση στη λήψη στατινών ήταν 62% στην ομάδα CAC, έναντι 23% μεταξύ όσων έλαβαν σύσταση με βάση την παραδοσιακή βαθμολογία κινδύνου.
«Η μελέτη παρείχε σημαντικά ευρήματα που μπορούν να συμβάλουν στη διαμόρφωση νέων ερευνητικών υποθέσεων σχετικά με την αποτελεσματικότητα της έναρξης θεραπείας με στατίνες και τη συμμόρφωση των ασθενών όταν οι αποφάσεις βασίζονται στη βαθμολογία CAC. Συνολικά, τα δεδομένα μας θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για τον σχεδιασμό μιας επιπλέον, επαρκώς ισχυρής τυχαιοποιημένης μελέτης που θα συγκρίνει την CAC με τους υφιστάμενους αλγόριθμους που βασίζονται στους παράγοντες κινδύνου», κατέληξε ο ερευνητής.
Πηγή: Scitechdaily
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος
