Η ολική επαναφορά της Αν Χάθαγουεϊ, που εξαφάνισε τους haters
Το 2026 είναι αναμφίβολα η χρονιά της. Πρωταγωνίστησε σε πέντε ταινίες (από το “Devil wears Prada 2” και την “Οδύσσεια” μέχρι το νέο, φιλόδοξο ερωτικό θρίλερ “Verity”), ενώ ετοιμάζεται να υποδεχτεί το τρίτο της παιδί. Κι αν υπάρχει σήμερα μια απόλυτη αλήθεια στην ποπ κουλτούρα, είναι ότι ο Διάβολος δουλεύει σκληρά, η Αν Χάθαγουεϊ ακόμα σκληρότερα.
Το επιβεβαιώνει η απόλυτη κυριαρχία της στο κινηματογραφικό 2026, τα πολλά διαφορετικά πρόσωπα που παρουσίασε στην οθόνη, η υποψηφιότητα για Όσκαρ που ήδη διεκδικεί ως Πηνελόπη. Κυρίως, το γεγονός ότι κατάφερε να ανατρέψει την εικόνα της “πιο αντιπαθητικά χαμογελαστής ηθοποιού”, να ξεπεράσει την περίοδο ενός γενικευμένου “μίσους” (που συστηνόταν με τον όρο “Hatha-hate”) και να εξελιχθεί στη σταρ, που σπάει ταμεία και γοητεύει τα πλήθη.
Shutterstock
Το μεγάλο φιάσκο των Όσκαρ
Η παράξενη ιστορία του “Hathahate” ξεκίνησε ουσιαστικά στην απονομή των Όσκαρ του 2011. Ως οικοδέσποινα στο πλευρό του Τζέιμς Φράνκο χρεώθηκε όλο το βάρος μιας από τις πλέον αποτυχημένες παρουσιάσεις στην ιστορία του θεσμού. Στοχοποιήθηκε για “υπερβολική προσπάθεια και ενθουσιασμό” δίπλα σε έναν φαινομενικά αδιάφορο κι απαθή Φράνκο -ο οποίος αργότερα αστειεύτηκε στον καναπέ του Ντέιβιντ Λέτερμαν ότι “κι ο Διάβολος της Τασμανίας θα έδειχνε μαστουρωμένος δίπλα στην Αν”.
Το “μίσος” εναντίον της κορυφώθηκε το 2013. Τι κι αν σάρωνε όλα τα βραβεία -όπως και το Όσκαρ β’ γυναικείου- για την εμφάνιση τους στους “Άθλιους”, παρέμενε η αγαπημένη “αντιπαθής” των media. Κάθε δήλωση, κάθε εμφάνιση της αναλυόταν και σχολιαζόταν αμείλικτα ως “υπερβολικά προβαρισμένη” ή “υπερβολικά συναισθηματική και αυτοαναφορική”.
Η πληθωρική ενέργεια της κρίθηκε τόσο “ενοχλητική”, που έγινε αντικείμενο συζήτησης μεγάλων διεθνών μέσων, τροφοδότησε αναλύσεις και τηλεοπτικές εκπομπές, που αναρωτιούνταν γιατί δείχνει τόσο “ψεύτικη” ή γιατί δεν μπορεί να είναι cool όπως η Τζένιφερ Λόρενς.
Η χημεία της με το κοινό και τα media είχε καταρεύσει, ενώ οι “Hatha-haters” πλήθαιναν σε blogs, σε tweets και σε σελίδες του Facebook. Όλη αυτή η αντίδραση, προφανώς την επηρέασε κι όπως αργότερα παραδέχτηκε στο Vanity Fair “πολλοί άνθρωποι δεν μου πρόσφεραν ρόλους, επειδή ανησυχούσαν για το πόσο τοξική είχε γίνει η διαδικτυακή μου ταυτότητα”.
Μια νέα εκδοχή της σταρ
Την προηγούμενη δεκαετία πήρε τις αποστάσεις της, κάνοντας πράξη αυτό που δήλωνε σε συνέντευξη (“πιστεύω ότι ο κόσμος χρειάζεται ένα διάλειμμα από μένα”). Δεν εξαφανίστηκε από το σινεμά, συνέχισε σταθερά να γυρίζει ταινίες, αλλά δεν ακολούθησε την πορεία μιας Οσκαρικής σταρ. Συνδύασε μεγάλες, εμπορικές παραγωγές (όπως “Interstellar”, “Ocean’s 8”) με απρόβλεπτες, αντισυμβατικές επιλογές (“Colossal”, “Eileen”) και εμπορικές επιτυχίες με αποτυχίες (“Serenity”) και ρόλους, που έδειχναν τη διάθεση να ξεφύγει από την εκδοχή της “σταρ” που άλλοι έπλασαν για εκείνη.
Κι όσο πληθωρικά γεννήθηκε και διαδόθηκε, τόσο ολοσχερώς το “μίσος” κατέρρευσε. Καθοριστική σημασία σε αυτό έπαιξε μια μεγάλη streaming επιτυχία: το “The idea of you” (2024), η ρομαντική κωμωδία, που τη σύστησε σε μια νέα γενιά όχι ως πριγκίπισσα του “Princess Diaries”, ούτε ως τη νεαρή, αθώα, φιλόδοξη Άντι του “Devil Wears Prada”, αλλά ως μια 40χρονη γυναίκα, που εξακολουθεί να είναι η πρωταγωνίστρια της δικής της ζωής.
Από την Άντι στην Πηνελόπη και τη Βέριτι
Το 2026 είναι η χρονιά που η κάποτε “αντιπαθής” και “μισητή” Χάθαγουεϊ είναι η πλέον συζητημένη σταρ, με πέντε ταινίες και συμμετοχή σε δύο από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες.
Στο “Mother Mary” υποδύθηκε την πανίσχυρη ποπ σταρ σε έναν κόσμο μόδας, δόξας και ψυχολογικού τρόμου, στο “Devil wears Prada 2” ξαναβρήκε τη μαγική χημεία που ως Άντι ανέπτυξε με τη Μιράντα – Μέριλ Στριπ, στην πολυσυζητημένη “Οδύσεια” του Νόλαν έγινε η στιβαρή, οργισμένη Πηνελόπη, που κρατάει όρθιο το σπίτι μέχρι την επιστροφή του συντρόφου της και στο “The End of Oak Street” η μαμά των προαστίων, που προσπαθεί να προστατεύσει τα παιδιά της από δεινόσαυρους.
Κι από την 1η Οκτωβρίου στα σινεμά, έρχεται η Βέριτι, η ηρωίδα της μεταφοράς του ομώνυμου μπεστ σέλερ της Κολίν Χούβερ (“Το ημερολόγιο της Βέριτι” στα ελληνικά), που φιλοδοξεί να γίνει η νέα μεγάλη επιτυχία του box office, επαναλανσάροντας το είδος του ερωτικού θρίλερ στην κινηματογραφική βιομηχανία. Καθόλου άσχημα για την -κάποτε- “αντιπαθητική” του Χόλιγουντ.
Η γυναίκα, που δεν προσπαθεί να αρέσει
Στα 43 της, ύστερα από μια εξαιρετικά απαιτητική χρονιά, γεμάτη πρεμιέρες, συνεντεύξεις, promo tours και κόκκινα χαλιά, που έτρεχαν παράλληλα με την εγκυμοσύνη της, η Αν Χάθαγουεϊ δείχνει περισσότερο από ποτέ ο εαυτός της. Κι αν χαμογελάει πολύ, πια καταγράφεται στα υπέρ της.
Η δημόσια εικόνα της συγκεντρώνει μόνο σχόλια θαυμασμού. Το κοινό τη λατρεύει κι οι δημοσιογράφοι τη χειροκροτούν για την αναζωογονητική της ειλικρίνεια. Πρόσφατα ζήτησε να σταματήσουν να την επαινούν, που δεν σταμάτησε να εργάζεται στην εγκυμοσύνη της. “Απλώς κάνω τη δουλειά μου κι είμαι ευτυχής που έχω τόση βοήθεια. Υπάρχουν τόσες γυναίκες εκεί έξω που το κάνουν αυτό, χωρίς να έχουν κάποιον να τους κάνει μανικιούρ το πρωί”.
Γεγονός είναι πως δεν ζυγίζει πλέον τα λόγια της, δεν διστάζει να εκφέρει πολιτική άποψη ή να κάνει πλάκα στα social, δεν φοβάται να τρολάρει τη λάμψη του σταρ σίστεμ (χαρακτηριστική η δήλωση: “Δείχνω στα καλύτερα μου, όταν μια ολόκληρη ομάδα κομμωτών και makeup artists έχει περάσει ώρες, τελειοποιώντας την εμφάνιση μου. Νιώθω στα καλύτερα μου, όταν δεν έχω κοιταχτεί σε καθρέφτη για μέρες και ασχολούμαι με πράγματα που με κάνουν ευτυχισμένη”).
Η αγαπημένη των media σημερινή Χάθαγουεϊ λανσάρει trends, παραδίδει μαθήματα styling και δεν έχει κανένα πρόβλημα να εμφανιστεί στο κόκκινο χαλί με ακάλυπτη τη φουσκωμένη της κοιλιά (στην πρεμιέρα του “The End of Oak Street”). Κι όταν μια θεωρία συνωμοσίας επιχείρησε να αμφισβητήσει τη γνησιότητα της εγκυμοσύνης της, απάντησε με χιούμορ στο Instagram: “Τα μαλλιά είναι ψεύτικα, η κοιλιά αληθινή”.
Σε μια βιομηχανία που συχνά απαιτεί μια επιτηδευμένη τελειότητα, η Αν Χάθαγουεϊ δεν έχει λόγο πια να φοβάται τους haters. Ακόμα κι αυτοί δεν μπορούν παρά να παραδεχτούν ότι κατάφερε να μεταστρέψει την εικόνα της “υπερβολικά πρόθυμης να αρέσει” σε αυτή της γυναίκας, που αρέσει, χωρίς να χρειάζεται καν να προσπαθεί.
