Day 2 Day – Οι Είδησεις Σήμερα
Lifestyle

«Μία πυρκαγιά σε ελληνικό δάσος, είναι μια τεράστια καταστροφή» – Η Πρόεδρος του τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του Α.Π.Θ. στο JennyGr

Γιατί αντιμετωπίζουμε τις λεγόμενες μέγα-πυρκαγιές στην Ελλάδα; Η Παρασκευή Αλιζώτη, Πρόεδρος του Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του Α.Π.Θ απαντά.

«Κάθε καλοκαίρι το ίδιο σκηνικό». Αυτή η φράση κρύβει όλη την κανονικοποίηση πλέον των δασικών πυρκαγιών στην χώρα μας, η οποία μετρά, ξανά, την απώλεια χιλιάδων στρεμμάτων δασικών οικοσυστημάτων, αλλά και την απώλεια της μοναδικής σε βιοποικιλότητα χλωρίδας και πανίδας. Αυτό που βιώνουμε είναι ότι σε υψηλό ποσοστό πλέον, πως οι δασικές πυρκαγιές είναι καθίστανται ανεξέλεγκτες, παρότι οι πυροσβεστικές δυνάμεις, οι οποίες υπερβάλλουν εαυτόν, δίνουν δυστυχώς μία άνιση μάχη και δίνουν με αυτοθυσία τη μάχη της πυρόσβεσης.

Πώς έχουμε φτάσει να λέμε ότι αντιμετωπίζουμε τις λεγόμενες μέγα-πυρκαγιές; Και κυρίως, τι συμβαίνει με την πρόληψη στην Ελλάδα; Και εν συνεχεία, πόσος χρόνος χρειάζεται για να ξαναβγεί το δάσος;

Τις απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, μας τις έδωσε η καθηγήτρια και πρόεδρος του τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Παρασκευή Αλιζώτη, η οποία εκτός των άλλων εξήγησε και γιατί μία πυρκαγιά σε ελληνικό δασικό οικοσύστημα προξενεί μια τεράστια και πολλές φορές ανεπανόρθωτη καταστροφή.

Κυρία Αλιζώτη, πώς έχουμε φτάσει στις λεγόμενες μέγα-πυρκαγιές;

Οι μέγα-πυρκαγιές είναι δασικές πυρκαγιές που παρουσιάζουν ακραία συμπεριφορά, χαρακτηρίζονται από μεγάλη ένταση και τεράστια απελευθέρωση ενέργειας. Ως μέγα-πυρκαγιά συνεπώς, χαρακτηρίζουμε εκείνη που έχει τα παραπάνω γνωρίσματα, και κατακαίει επίσης μεγάλη έκταση, που υπερβαίνει τα 100.000 στρέμματα.

Σε αυτό συντελούν πάρα πολλοί παράγοντες και οι κυριότεροι από αυτούς είναι οι ξηροθερμικές περίοδοι, οι οποίες προηγούνται του χρόνου εκδήλωσης των δασικών πυρκαγιών. Επί της ουσίας, οι έντονα ξηροθερμικές περίοδοι καταπονούν πολύ τα δασικά οικοσυστήματα καθώς ξηραίνεται η δασική βιομάζα, τα δέντρα χάνουν την υγρασία τους, ενώ τα πλατύφυλλα είδη απορρίπτουν τα φύλλα τους υπό συνθήκες έντονου στρες, γεγονότα που συμβάλλουν στην συγκέντρωση υψηλής ποσότητας ξηρής καύσιμης ύλης μέσα στα δασικά οικοσυστήματα.

Η καύσιμη ύλη όμως συσσωρεύεται, όχι μόνο λόγω των κλιματικών συνθηκών, οι οποίες επικρατούν τα τελευταία χρόνια, αλλά κυρίως λόγω της διαχείρισης, που είναι ελλειματική στα δασικά οικοσυστήματα της Ελλάδος , λόγω της αποδυνάμωσης και αποστελέχωσης της Δασικής Υπηρεσίας επί πολλές δεκατίες. Αυτή τη στιγμή, η Δασική Υπηρεσία έχει κάτω από το 50% του δασικού προσωπικού, συγκριτικά με τη δεκαετία του ’80. Και ταυτόχρονα, το προσωπικό αυτό έχει μέσο όριο ηλικίας κοντά στα 55 χρόνια.

Μπορεί κανείς λοιπόν εύκολα να συμπεράνει ότι δεν έχουν γίνει οι απαιτούμενες κινήσεις από την Πολιτεία εδώ και πολλές δεκαετίες, προκειμένου να στελεχώσει τη Δασική Υπηρεσία, που είναι αρμόδια για τη διαχείριση και προστασία των δασικών οικοσυστημάτων της χώρας. Όσον αφορά την Ελλάδα, φέτος και έως τώρα τουλάχιστον, δεν έχουμε ισχυρούς καύσωνες, ανάλογους με αυτούς της Δυτικής Ευρώπης, όπου και δημιουργήθηκε ένας θερμός θόλος που χαρακτηρίζονταν από εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες και έντονη ξηρασία και συνέβαλε στις μεγάλες πυρκαγίες στην Ισπανία και την Γαλλία.

Είχαμε, όμως, στην Ελλάδα έναν χειμώνα και ένα φθινόπωρο που ήταν αρκετά βροχερά, με αποτέλεσμα να έχουμε δημιουργία πλούσιας βιομάζας μέσα στα δασικά οικοσυστήματα. Συνεπώς, το γεγονός ότι οδηγούμαστε σε δασικές πυρκαγιές, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως μέγα-πυρκαγιές, έχει να κάνει κυρίως με την δασική βιομάζα που συγκεντρώνεται λόγω ελλιπούς διαχείρισης στα δασικά οικοσυστήματα, της διακοπής της βόσκησης των αιγοπροβάτων λόγω της νόσου της ευλογιάς, και διαπιστώνουμε πλέον συχνά ότι οι δασικές πυρκαγίες μπορεί να ξεκινούν από λιβάδια ή ακόμη και από αγροτικές εκτάσεις.

Και βεβαίως υπάρχει μια ελλειματική αντιμετώπιση σε σχέση με την πρόληψη, η οποία δεν αφορά μόνο τα τεχνικά μέσα ή το έκτακτο προσωπικό για την δασοπυρόσβεση και την δασοπροστασία -το οποίο ενημερωτικά σημειώνεται ότι κάθε χρόνο προσλαμβανόταν κοντά στα τέλη Αυγούστου, όταν είχε λήξει η αντιπυρική περίοδος, ενώ φέτος ακόμη δεν έχουν ξεκινήσει σχετικές προσλήψεις εξ΄όσων γνωρίζω.

Η πρόληψη έχει να κάνει με όλη την καλλιέργεια του δάσους, όλες τις ενέργειες και όλα τα δασοτεχνικά έργα που πρέπει να προηγηθούν αυτής της θερινής περιόδου, προκειμένου να μην έχουμε αυτά τα αποτελέσματα. Και θα σας θυμίσω, ότι με το πρόγραμμα Antinero, έγιναν πολλές παρεμβάσεις σε δασικά οικοσυστήματα κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα, και μάλιστα, είχε δύο φάσεις. Έγιναν καθαρισμοί και αραιώσεις δασών, τουλάχιστον κοντά στους δασικούς δρόμους, ανοίχτηκαν αντιπυρικές ζώνες σε ορισμένα από αυτά κλπ. Εντούτοις, τα αποτελέσματα ίσως θα είναι πενιχρά και φέτος, παρά το γεγονός ότι προβήκαμε σε όλες αυτές τις ενέργειες.

Jenny.Gr

Shutterstock

Άρα δηλαδή, για ακόμη μια χρονιά δεν έχουμε λάβει τα απαραίτητα μέτρα.

Θεωρώ πως ναι. Η ελλιπής διαχείριση λόγω έλλειψης επιστημονικού προσωπικού είναι το πιο σημαντικό. Η διαχείριση των δασών δεν γίνεται ούτε από το γραφείο, ούτε με απλά επιχειρησιακά σχέδια – γίνεται με σύνταξη διαχειριστικών σχεδίων που προβλέπουν, πέραν της αειφορικής παραγωγής ξυλώδους βιομάζας και λοιπών δασικών προιόντων, συγκεκριμένες ενέργειες και δράσεις προστασίας των δασών και πρόληψης των δασικών πυρκαγιών, με ανθρώπινο δυναμικό που βρίσκεται μέσα στα δάση, που φροντίζει για την καλλιέργειά τους, την εφαρμογή των κατάλληλων δασοκομικών χειρισμών, αραιώσεων, προσημάνσεων, υλοτομιών, για τη διενέργεια κατάλληλων δασοτεχνικών έργων και τη διάνοιξη αντιπυρικών ζωνών, έτσι ώστε να διαμορφωθούν συγκεκριμένες συνθήκες που θα βοηθήσουν τα δασικά οικοσυστήματα να αντέξουν σε συνθήκες κλιματικής μεταβολής και έντονης καταπόνησης. Αυτό που θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε όλοι μας είναι ότι όσο τα δάση μας κατακαίγονται αυτό συμβάλλει στη δημιουργία ενός φαύλου κύκλου, καθώς η καύση δασικής βιομάζας δημιουργεί μόλυνση στο περιβάλλον, με αύξηση του διοξειδίου του άνθρακα, άρα με επιδείνωση του φαινομένου του θερμοκηπίου, που με τη σειρά του έχει ως αποτέλεσμα τα πιο έντονα ξηροθερμικά φαινόμενα. Τα αποτελέσματα αυτού του κύκλου τα παρατηρούμε στη χώρα μας, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες αλλά και σε άλλες ηπείρους.

Αυτό που θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε όλοι μας είναι ότι όσο τα δάση μας κατακαίγονται αυτό συμβάλλει στη δημιουργία ενός φαύλου κύκλου.

Με αφορμή τη μόλυνση που αναφέρατε, τι γίνεται με την πανίδα; Ζώα που είχαν μάθει να τρέφονται από το συγκεκριμένο δάσος, επιστρέφουν σε αυτό; Κι αν ναι, πώς μπορεί αυτό να επηρεάσει τα ζώα και εν συνεχεία τους ανθρώπους.

Όσον αφορά την πανίδα, θεωρώ ότι τα είδη τα οποία επιστρέφουν, το κάνουν αφού το δάσος αρχίζει να αποκαθίσταται, άρα αρχίζει να υπάρχει νέα βλάστηση η οποία δεν είναι ουσιαστικά τόσο μολυσμένη. Αλλά τα ζώα ξέρετε μπορούν να αντιληφθούν αν κάτι είναι βλαβερό ή όχι. Έχουν αισθήσεις που είναι πιο ισχυρές από αυτές του ανθρώπου.

Κατά την άποψή μου το σημαντικότερο κομμάτι της ρύπανσης που μας αφορά είναι κυρίως η αέρια ρύπανση- δηλαδή όλα αυτά τα τοξικά σωματίδια που εκλύονται κατά την καύση, τα οποία μπορεί να ταξιδεύουν και εκατοντάδες χιλιάδες χιλιόμετρα. Από την πυρκαγιά για παράδειγμα στο Πόρτο Γερμενό τώρα, ο καπνός και όλα τα αερομεταφερόμενα σωματίδια έφτασαν στη βόρεια Αφρική μέσω των αερίων συστημάτων.

Ποια είναι τα βήματα που πρέπει να γίνουν μετά από μία πυρκαγιά; Και τελικά, γίνονται;

Τα επόμενα βήματα, τα οποία πρέπει να λαμβάνονται μετά από μια δασική πυρκαγια αφορούν αρχικά την αποτροπή της διάβρωσης του εδάφους, άρα πρέπει να γίνονται δασοτεχνικά έργα όπως κορμοδέματα ή κλαδοπλέγματα, τα οποία η δασική υπηρεσία αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει είτε με κρατική χρηματοδότηση, είτε με χρηματοδότηση μέσω αναδόχων. Πολλά τέτοια έργα έχουν γίνει κατά το παρελθόν σε μεγάλες πυρκαγιές και ουσιαστικά με αυτό τον τρόπο αποτρέπουμε την απώλεια του γόνιμου δασικού εδάφους προς τα κατάντη, άρα λοιπόν προσπαθούμε να κρατήσουμε το γόνιμο έδαφος μέσα στα δασικά οικοσυστήματα, ώστε να είναι δυνατόν να προκύψει φυσική αναγέννηση (αν τα είδη αναγεννώνται φυσικά μετά από την πυρκαγιά), ή εάν απαιτηθεί να προβούμε σε τεχνητή αναδάσωση εάν η φυσική αναγέννηση αποτύχει ή τα είδη δεν διαθέτουν μηχανισμούς αναγέννησης μετά την πυρκαγιά.

Η τεχνητή αναδάσωση δεν επιτρέπεται να γίνεται σε όλην την καμένη έκταση, σωστά;

Σωστά. Υπάρχουν δασικά είδηπου είναι πυρόφιλα, δηλαδή αναγεννώνται μετά την πυρκαγιά. Αυτά τα είδη διαθέτουν μηχανισμούς αναγέννησης, όπως οι π.χ. τα μεσογειακά είδη πεύκης , δηλαδή η τραχεία ή χαλέπιος πεύκη, το είδος δηλαδή που κάηκε τώρα και στο Πόρτο Γερμενό. Αυτά τα είδη διατηρούν κλειστά κουκουνάρια στην κόμη τους, τα οποία ανοίγουν με τις υψηλές θερμοκρασίες της δασικής πυρκαγιάς και απελευθερώνουν τους σπόρους τους, με συνέπεια να έχουμε προκύπτει άμεσα φυσική αναγέννηση. Εξάλλου αυτό παρατηρήσαμε ότι συνέβη και στα πευκοδάση της βόρειας Εύβοιας, αλλά και σε πολλές άλλες περιοχές.

Δεν διαθέτουν όμως όλα τα είδη τέτοιους μηχανισμούς, επομένως εξαρτάται από το τι δασικά οικοσυστήματα καίγονται, ποιά είδη περιλαμβάνουν, πόσο αυτά είναι ανθεκτικά ή όχι και αν έχουν μηχανισμούς αναγέννησης μετά την πυρκαγιά. Άρα, σε δασικά οικοσυστήματα που έχουν κυρίως πεύκες μεσογειακές, που είναι πυρόφιλα είδη και αναγεννώνται μετά την πυρκαγιά, περιμένουμε να δούμε τι φυσική αναγέννηση υπάρχει και μόνο αν αυτή αποτύχει προβαίνουμε σε τεχνητή αναδάσωση.

Στην περίπτωση όμως που οι πυρκαγιές εκδηλώνονται σε δασικά οικοσυστήματα α είδη δεν αναγεννώνται μετά την πυρκαγιά, όπως π.χ. τα έλατα, οι οξυές κλπ., εκεί θα πρέπει να παρέμβουμε με τεχνητή αναδάσωση με ντόπιο φυτευτικό υλικό. Αυτό βέβαια που απαγορεύεται επιστημονικά είναι η μεταφορά σπόρου από άλλες περιοχές, γιατί το φυτευτικό υλικό δεν θα είναι κατάλληλο για την συγκεκριμένη περιοχή, οπότε θα αποτύχει. Όπως συνέβη και στις αναδασώσεις της Πάρνηθας, όπου φυτεύτηκε ελάτη από τη Βυτίνα.

Επειδή αναφέρατε τη βόρεια Εύβοια, που η οικολογική καταστροφή ήταν μεγάλη, αντίστοιχα και στο Πόρτο Γερμενό, πόσα χρόνια θεωρητικά θα μπορούμε να λέμε ότι θα ξαναδούμε τα δάση όπως ήταν πριν;

Για να αποκατασταθεί ένα δάσος μεγάλης ηλικίας, χρειάζονται αρκετά χρόνια, άρα περίπου 15-20 θα μπορούμε να λέμε ότι θα έχουμε ένα σχετικά ώριμο δάσος.

Σε περιπτώσεις όπως των δασών χαλεπίου πεύκης της βόρειας Εύβοιας υπάρχει φυσική αναγέννηση, υπάρχουν άτομα σε νεαρή ηλικία που είναι μικρού ύψους, οπότε ουσιαστικά βλέπουμε μια περιοχή η οποία είναι πράσινη μεν, χωρίς την αίσθηση του δάσους δε. Η φύση από μόνη της θα αντιδράσει και εμείς θα πρέπει να περιμένουμε τον χρόνο που απαιτείται. Ο κίνδυνος είναι αν αυτό το νέο δάσος, καεί ξανά. Τα πρώτα 8-10 χρόνια, ή και λίγο περισσότερο, οι πεύκες δεν παράγουν σπόρο, οπότε μία δεύτερη πυρκαγιά δεν δίνει τη δυνατότητα σε αυτό το οικοσύστημα να επανέλθει. Άρα, εκεί θα πρέπει να προβούμε σε τεχνητές αναδασώσεις, έχοντας όμως κρατήσει σπόρο από την τοπική περιοχή.

Jenny.Gr

eurokkinisi

Σε δάση που πραγματοποιούνται υλοτομίες, όπως συμβαίνει με την βόρεια Εύβοια εδώ και δύο χρόνια, δέντρα που δεν έχουν καεί από πυρκαγιά, παραμένουν ως είναι;

Στην περιοχή της Εύβοιας, υπήρχαν δέντρα που καεί μόνο μέρος από το φύλλωμά τους, οπότε παρέμειναν ζωντανά. Από άλλα άτομα είχαν καεί τα κλαδιά τους και επιφανειακά ο φλοιός τους, οπότε ο ξυλώδης όγκος του κορμού τους είναι πλήρως αξιοποιήσιμος.. Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις, οι οποίες ήταν εξαιρετικά τραγικές, που εγώ προσωπικά είδα για πρώτη φορά. Η ένταση της καύσης σε ορισμένες περιοχές ήταν τόσο ισχυρή, όπου στη θέση του δέντρου υπήρχε πριν, μετά την πυρκαγιά απέμεινε μόνο ένας λάκκος και μάλιστα υπήρχαν ανοίγματα μέσα από τις οποίες περνούσαν οι ρίζες του δέντρου, οι οποίες είχαν επίσης καεί ολοσχερώς ακόμα και μέσα στο έδαφος.Τόσο μεγάλη ήταν η ένταση πυρός που προκάλεσε εξαύλωση τεράστιων δέντρων. Επομένως, εξαρτάται από τις συνθήκες καύσης που υφίσταται το κάθε δέντρο σε ατομικό επίπεδο.

Η κλιματική κρίση οδηγεί τελικά σε πυρκαγιές;

Η κλιματική κρίση δημιουργεί συγκεκριμένες περιβαλλοντικές συνθήκες. Ουσιαστικά δημιουργεί περισσότερα και συχνότερα έντονα καιρικά φαινόμενα, περισσότερες καταιγίδες, υψηλές θερμοκρασίες και μεγαλύτερες περιόδους ξηρασίας κατά την άνοιξη και το καλοκαίρι. Αυτά είναι παρατηρήσεις που έχουμε επί σειρά ετών, και βλέπουμε ότι τείνουμε πράγματι προς μία κατεύθυνση. Όμως, αυτό το φαινόμενο δεν παρατηρείται στην Ελλάδα τόσο έντονα.

Δηλαδή, η Ανατολική Ευρώπη δεν είναι στην ίδια κατάσταση με αυτή της Δυτικής Ευρώπης. Εδώ έχουμε παρατηρούμε ότι σε πολλές περιοχές έχουμε περισσότερες βροχοπτώσεις απ’ ότι στο παρελθόν. Άρα, αυτό που συμβαίνει στα δικά μας οικοσυστήματα αυτή τη στιγμή, είναι ότι εξαιτίας των αυξημένων βροχοπτώσεων τον χειμώνα και την άνοιξη, παρατηρείται αύξηση της παραγόμενης βιομάζας.

Άρα, οι πυρκαγιές λόγω κλιματικής κρίσης συμβαίνουν γιατί έχουμε αυξημένη βιομάζα, καθώς υπάρχουν ακραίες συνθήκες σε πολλές περιπτώσεις. Διαπιστώνουμε όμως ότι πολλές προκαλούνται από το δίκτυο του ΔΕΔΗΕ, από καλώδια παροχής ενέργειας, άρα από ανθρωπογενή δραστηριότητα, όπως επίσης και από εμπρησμούς από αμέλεια ή και από πρόθεση. Επομένως πρέπει να δούμε τα αίτια εκκίνησης των δασικών πυρκαγιών, να λάβουμε μέτρα αποτροπής τους και να εξετάσουμε πως θα φροντίσουμε να μην έχουμε ακραία επέκταση όταν αυτές ξεσπούν.

Σε αντίθεση με τα δάση της Ευρώπης, αλλά υπόλοιπων χωρών του πλανήτη, αυτά της Ελλάδας είναι δημόσια. Δηλαδή σε άλλες χώρες το 70% με 80% είναι ιδιωτικά και εκμεταλλεύονται για παραγωγή ξυλείας. Στη χώρα μας έχουμε φυσικά οικοσυστήματα, τα οποία είναι εξαιρετικά πολύτιμα, καθώς διαθέτουν υψηλή βιοποικιλότητα σε είδη και υψηλά επίπεδα γενετικής ποικιλότητας εντός των ειδών. Συνεπώς, οι δασικές πυρκαγίες σε ελληνικά δασικά οικοσυστήματα και ιδίως αυτά που αποτελούνται από είδη που δεν αναγεννώνται φυσικά μετά από τις πυρκαγιές είναι εξαιρετικά καταστροφικές σε πολλαπλά επίπεδα.

Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά μέτρα από την πολιτεία, σχετικά με τη δασοπροστασία και την δασοπυρόσβεση. Η δασική υπηρεσία θα πρέπει να εμπλακεί ενεργά κι αυτό γιατί μια δασική πυρκαγιά δημιουργεί το δικό της οικοσύστημα, άρα απαιτούνται αντίστοιχες γνώσεις που αφορούν μεταξύ άλλων την τοπογραφία της περιοχής, τα είδη βλάστησης, τις απαιτήσεις και ιδιαιτερότητές τους, τους τρόπους προσέγγισης περιοχών και διαφυγής σε περίπτωση κινδύνου, κλπ.

Είναι λοιπόν εξαιρετικά κρίσιμο η δασική υπηρεσία να εμπλακεί ακόμη περισσότερο στο θέμα της προστασίας αλλά και της κατάσβεσης με μικρά ευέλικτα πυροσβεστικά οχήματα. Οι πυροσβεστικές δυνάμεις που μετακινούνται συνήθως από διαφορετικές περιοχές για την αντιμετώπιση μιας δασικής πυρκαγιάς που ξεσπά ακόμη και σε άλλους νομούς προσπαθούν να επιτελέσουν το έργο τους με τον καλύτερο τρόπο και με αυταπάρνηση. Η διαφορά είναι όμως ότι σε μια περιοχή που δεν γνωρίζουν τη τοπογραφία του εδάφους, το δασικό οδικό δίκτυο, την έκταση των αντιπυρικών ζωνών, τους τρόπους διαφυγής, τις ιδιαιτερότητες των οικοσυστημάτων που καίγονται και τους κινδύνους, σαφώς κινδυνεύουν και οι ίδιοι. Και όπως είδαμε, είχαμε δυστυχώς απώλειες φέτος σε μάχιμο πυροσβεστικό προσωπικό.

Άρα το γεγονός ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι μέσα στα δάση, είναι ένα βασικό πρόβλημα. Δεν έχουμε άλλα μέσα; Τι γίνεται με τα drone;

Από τα πυροφυλάκια που ήταν τοποθετημένα παλιά, μπορούσαν οι δασικοί υπάλληλοι να δουν ανά πάσα ώρα και στιγμή τον καπνό και να εντοπίσουν άμεσα τον τόπο εκδήλωσης της δασικής πυρκαγιάς. Τα πυροσβεστικά οχήματα της δασικής υπηρεσίας που ήταν μικρά και ευέλικτα, μετακινούνταν προς άμεσα στις εστίες και επετύγχαναν αποτελεσματική πρώτη πλήξη των πυρκαγιών στις περισσότερες περιπτώσεις. Επομένως, ναι, είναι θέμα γρήγορης ανίχνευσης και άμεσης αντίδρασης ως προς την δυνατότητα πυρόσβεσης, πράγμα που δεν μπορεί εύκολα να επιτευχθεί με πυροσβεστικές δυνάμεις που μετακινούνται συνήθως από μακριά – με ότι αυτό σημαίνει για τον χρόνο που απαιτείται – και διαθέτουν κυρίως οχήματα μεγάλων διαστάσεων και όχι ευέλικτων για ορεινές δασικές περιοχές.

Τα drone από την άλλη πλευρά έχουν συγκεκριμένες ώρες πτήσης. Δεν γίνεται να πετούν συνεχόμενα. Χρειάζεται επομένως μια διαρκής διαδικασία, γιατί η πυρκαγιά δεν δίνει ραντεβού για τον χρόνο που θα εκδηλωθεί. Παλαιότερα υπήρχαν επίσης θερμικές κάμερες, οι οποίες τοποθετούνταν σε υψηλό σημείο. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι η δασική υπηρεσία δεν έχει πλέον οχήματα πυρόσβεσης.

Συνεπώς είναι θέμα στρατηγικής κατά την άποψή μου. Το να περιμένουμε να φτάσει η πυροσβεστική σε ένα δασικό οικοσύστημα, που πολλές φορές τα μεγάλα αυτοκίνητα δεν μπορούν καν να πλησιάσουν μέχρι την εστία, ή το να περιμένουμε να φτάσει η φωτιά στον δρόμο για να την πολεμήσουμε, με αυξανόμενους ανέμους που την βοηθούν να υπερπηδά δρόμους και αντιπυρικές ζώνες, είναι μια χαμένη ιστορία.

Τέλος, η κυρία Αλιζώτη επισήμανε πως «τα δασικά οικοσυστήματα της χώρας μας είναι μοναδικά, από άποψη αριθμού ειδών και από άποψη ποικιλότητας μέσα στα είδη, δηλαδή έχουμε πληθυσμούς δασικών ειδών που είναι εξαιρετικά ανθεκτικοί στην κλιματική αλλαγή και σε δυσμενείς κλιματικές συνθήκες. Άρα αυτό το υλικό δεν μπορεί η Ελλάδα να το χάσει, αλλά πρέπει να το προστατεύσει με κάθε τρόπο. Μια πυρκαγιά σε δάση της Ελλάδας έχει εντελώς διαφορετικές και μεγαλύτερες οικολογικές συνέπειες από τις πυρκαγιές των δασών της βόρειας Ευρώπης, που τα περισσότερα είναι τεχνητά φυτεμένα, ή ακόμα και της Γαλλίας στην περιοχή του Μπορντό, όπου εκεί κάηκαν επιχειρησιακές φυτείες για παραγωγή ξυλείας κυρίως και όχι αυτόχθονα δασικά οικοσυστήματα. Τα δασικά οικοσυστήματα της χώρας, στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι ώριμα και αρχέγονα, με μίξη ειδών σε πολλές περιπτώσεις, με εξαιρετικά πολύτιμα είδη και μεγάλη βιοποικιλότητα.

Άρα όταν έχουμε μία πυρκαγιά σε ένα ελληνικό δασικό οικοσύστημα, η καταστροφή είναι τεράστια και μερικές φορές μπορεί να είναι και ανεπανόρθωτη. Θα πρέπει να υπάρξει μια συνολική στρατηγική, η οποία να ξεκινά από την πρόληψη και την προστασία, την διαχείριση των δασών, την ενημέρωση και εκπαίδευση του τοπικού πληθυσμού, την καταστολή σε περίπτωση που συμβεί το απευκταίο, αλλά και τη εφαρμογή μέτρων ορθής αποκατάστασης στη συνέχεια».

Source link

Related posts

Τα πιο ελκυστικά ζώδια του κύκλου – Σε κερδίζουν με το λέγειν και τη γοητεία τους

4+1 λόγοι να διαλέξεις μακρυμάνικο μαγιό φέτος το καλοκαίρι

Το ταξίδι σε σιδερένιες ράγες που ένωσε μια ολόκληρη κοινωνία