Από την Στέλλα Μπάφα, MSc, ψυχολόγος – συστημική ψυχοθεραπεύτρια, συνεργάτιδα του Κέντρου Ψυχοθεραπείας «Φρόσω Φωτεινάκη & Συνεργάτες»
Ο τρόπος με τον οποίο γνωριζόμαστε και δημιουργούμε σχέσεις εξελίσσεται μαζί με την κοινωνία. Οι απαιτητικοί ρυθμοί ζωής, τα διευρυμένα κοινωνικά δίκτυα και η καθημερινή χρήση του κινητού έχουν διαμορφώσει νέους τρόπους ανθρώπινης επικοινωνίας. Οι εφαρμογές γνωριμιών μάς δίνουν τη δυνατότητα να έρθουμε σε επαφή με ανθρώπους που ίσως δεν συναντούσαμε διαφορετικά. Παρόλα αυτά, η πληθώρα επιλογών δε σημαίνει ότι γνωρίζουμε ποια επιλογή είναι πιο κατάλληλη και πιο ταιριαστή.
Τί συμβαίνει όταν η ευκολία με την οποία μπορούμε να γνωρίσουμε κάποιον συνυπάρχει με τη δυσκολία να αποφασίσουμε αν θέλουμε να προχωρήσουμε μαζί του;
Στην ψυχολογία, ο όρος υπερφόρτωση επιλογών (choice overload) περιγράφει τις δυσκολίες που μπορεί να προκύψουν όταν έχουμε πάρα πολλές διαθέσιμες επιλογές. Στα dating apps η πληθώρα των προφίλ μπορεί να καλλιεργεί την προσδοκία ότι αν συνεχίσουμε να ψάχνουμε, θα βρούμε κάποιον που μας ταιριάζει περισσότερο και θα απαλλαγούμε από τις αμφιβολίες μας. Αυτή είναι η ψευδαίσθηση- ότι υπάρχει, δηλαδή, μια επιλογή που θα μας προσφέρει τη βεβαιότητα που αναζητούμε χωρίς το ρίσκο που συνοδεύει κάθε ουσιαστική σχέση.
Η προσδοκία αυτή μπορεί να συντηρείται μέσα από τη συνεχή αναζήτηση και τη σύγκριση. Το FOMO (fear of missing out), δηλαδή ο φόβος ότι χάνουμε μια καλύτερη ευκαιρία, μπορεί να κάνει ακόμη και μια ενδιαφέρουσα γνωριμία να μοιάζει πρόωρη επιλογή. Οι αλγόριθμοι και η συνεχής ανανέωση των προφίλ διατηρούν τις εναλλακτικές ορατές, ενθαρρύνοντας τη σύγκριση. Έτσι, η αναζήτηση μπορεί να συνεχίζεται ακόμη κι όταν υπάρχει ήδη ενδιαφέρον, αφήνοντας λιγότερο χώρο για να εξελιχθεί μια πραγματική σύνδεση.
Έρευνες για τις εφαρμογές γνωριμιών δείχνουν ότι η πληθώρα πιθανών συντρόφων μπορεί να εντείνει την αμφιβολία και την υπερφόρτωση επιλογών, ενώ η έκθεση σε περισσότερα προφίλ έχει συνδεθεί με χαμηλότερη στιγμιαία αυτοεκτίμηση. Παράλληλα, μελέτες έχουν εντοπίσει συσχέτιση ανάμεσα στη χρήση των εφαρμογών και σε δυσμενέστερους δείκτες ψυχικής υγείας και ευημερίας. Τα ευρήματα αυτά, ωστόσο, δεν σημαίνουν ότι οι εφαρμογές προκαλούν από μόνες τους αυτές τις δυσκολίες ή ότι επηρεάζουν όλους τους ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο.
Οι εφαρμογές δεν προσφέρουν μόνο ευκαιρίες γνωριμίας. Το ταίριασμα (match) και τα μηνύματα μπορούν να λειτουργήσουν και ως πηγές συναισθηματικής επιβεβαίωσης, ενισχύοντας προσωρινά την αίσθηση ότι είμαστε επιθυμητοί. Όταν αυτή η επιβεβαίωση γίνεται βασικό κίνητρο, η προσοχή μπορεί να μετατοπιστεί από το “θέλω να γνωρίσω αυτόν τον άνθρωπο” στο “θέλω να νιώσω ότι με επιλέγουν”. Οι δύο ανάγκες δεν είναι ασύμβατες αλλά δεν οδηγούν απαραίτητα στο ίδιο αποτέλεσμα.
Η δυσκολία να επιλέξουμε δεν αφορά μόνο τον αριθμό των διαθέσιμων προσώπων, αλλά μπορεί να σχετίζεται και με το πώς βιώνουμε τη συναισθηματική εγγύτητα, την αβεβαιότητα και την πιθανότητα να πληγωθούμε.
Η θεωρία του δεσμού (attachment theory), που αναπτύχθηκε από τον John Bowlby και εμπλουτίστηκε από την έρευνα της Mary Ainsworth, εξετάζει πώς οι πρώιμες σχέσεις φροντίδας συνδέονται με την αίσθηση ασφάλειας και τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε αργότερα. Οι εμπειρίες αυτές δεν καθορίζουν απόλυτα τις σχέσεις μας, μπορούν όμως να επηρεάσουν το πώς αναζητούμε εγγύτητα και πώς αντιδρούμε στην απόσταση ή στην πιθανότητα απόρριψης. Ορισμένοι άνθρωποι ανησυχούν περισσότερο μήπως χάσουν τον άλλον και αναζητούν συχνή επιβεβαίωση. Άλλοι δυσκολεύονται όταν η συναισθηματική εγγύτητα αυξάνεται και μπορεί να απομακρύνονται για να προστατεύσουν την αυτονομία τους. Κάποιος μπορεί να επιθυμεί μια σχέση και ταυτόχρονα να φοβάται να ανοιχτεί συναισθηματικά.
Πρόσφατες μελέτες υποδεικνύουν ότι ο τρόπος με τον οποίο σχετιζόμαστε συναισθηματικά μπορεί να συνδέεται με τη χρήση των εφαρμογών. Ειδικότερα, ο αγχώδης δεσμός έχει συσχετιστεί με συχνότερη χρήση, ενώ τα ευρήματα για τον αποφευκτικό δεσμό παραμένουν μεικτά. Επομένως, η συχνή χρήση εφαρμογών δεν σημαίνει απαραίτητα φόβο δέσμευσης.
Τελικά, δυσκολεύομαι να επιλέξω επειδή αυτή η γνωριμία δεν μου ταιριάζει ή επειδή με φοβίζει η πιθανότητα να δεθώ και να πληγωθώ;
Η εγγύτητα δεν προκαλεί σε όλους το ίδιο συναίσθημα. Για ορισμένους η πιθανότητα απόρριψης ενισχύει την ανάγκη για επιβεβαίωση, ενώ για άλλους η αυξανόμενη οικειότητα μπορεί να γεννά το φόβο ότι θα χάσουν την ελευθερία ή την ανεξαρτησία τους. Έτσι, η δέσμευση μπορεί να μοιάζει ταυτόχρονα επιθυμητή και απειλητική. Ωστόσο, η συναισθηματική σύνδεση δεν προϋποθέτει την απώλεια της αυτονομίας μας. Μπορούμε να πλησιάσουμε έναν άνθρωπο χωρίς να πάψουμε να είμαστε ο εαυτός μας.
Η σύγκριση με άλλες πιθανές επιλογές μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τι αναζητούμε. Όταν, όμως, γίνεται αδιάκοπη, ενισχύει την προσδοκία ότι κάπου υπάρχει μια καλύτερη επιλογή που θα μας απαλλάξει από την αμφιβολία. Όμως, η συμβατότητα δεν αποκαλύπτεται πάντα από τις πρώτες συνομιλίες. Χρειάζεται χρόνο, συχνή επικοινωνία και κοινές εμπειρίες για να φανεί αν μπορεί να αναπτυχθεί ουσιαστική σύνδεση. Κάθε γνωριμία δε σημαίνει απαραίτητα ότι αξίζει να συνεχιστεί ούτε ότι πρέπει να αγνοούμε τις αμφιβολίες μας. Απλώς δεν μπορούμε να γνωρίζουμε από πριν πώς θα εξελιχθεί μια σχέση.
Η δέσμευση δεν είναι η βεβαιότητα ότι επιλέξαμε τον κατάλληλο άνθρωπο ανάμεσα σε όλους τους πιθανούς, αλλά η διάθεση να γνωρίσουμε ουσιαστικά έναν συγκεκριμένο άνθρωπο και να ανακαλύψουμε τί μπορούμε να δημιουργήσουμε μαζί, χωρίς να απαιτούμε εγγυήσεις για την έκβαση. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι να βρούμε μια επιλογή χωρίς ρίσκο, αλλά να αντέξουμε την αβεβαιότητα που συνοδεύει κάθε ουσιαστική επιλογή μας.
