Έντερο, μικροβίωμα και ανοσία: όχι μία απλή εξίσωση
Οι ιδιοπαθείς φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Το εντερικό επιθήλιο βρίσκεται σε συνεχή επαφή με έναν τεράστιο αριθμό μικροβιακών σημάτων.
Μακροφάγα και δενδριτικά κύτταρα διαθέτουν ειδικούς υποδοχείς, μέσω των οποίων αναγνωρίζουν χαρακτηριστικά μοριακά σήματα μικροοργανισμών ή κυτταρικής βλάβης.
Στη νόσο Crohn έχουν περιγραφεί, μεταξύ άλλων, γενετικές συσχετίσεις σε γονίδια όπως τα NOD2 και CARD9, τα οποία συμμετέχουν σε μηχανισμούς της έμφυτης ανοσίας.
Παράλληλα έχουν περιγραφεί παραλλαγές γενετικής προδιάθεσης σε γονίδια που σχετίζονται με το δίκτυο IL-23/Th17, όπως:
IL23R, JAK2, STAT3 και TYK2.
Αυτό όμως χρειάζεται μεγάλη προσοχή στην ερμηνεία.
Η παρουσία μιας γενετικής παραλλαγής δεν αποτελεί διάγνωση νόσου Crohn, δεν αποδεικνύει ότι ένας συγκεκριμένος ανοσολογικός μηχανισμός είναι ενεργός και δεν προβλέπει από μόνη της την κλινική πορεία ενός ανθρώπου.
Αποτελεί ένα πιθανό κομμάτι γενετικής προδιάθεσης μέσα σε ένα πολύ ευρύτερο πλαίσιο:
γενετικό υπόβαθρο + βλεννογονικός φραγμός + μικροβιακό περιβάλλον + έμφυτη ανοσολογική αναγνώριση + επίκτητη ανοσολογική απόκριση + κλινική εικόνα.
Γι’ αυτό η ερμηνεία ενός γονιδιακού ευρήματος έξω από το κλινικό και βιολογικό του περιβάλλον μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε υπεραπλούστευση.
Ο άξονας IL-23/IL-17 δείχνει πόσο θολά είναι τα παλιά σύνορα
Για πολλά χρόνια η IL-17 συνδέθηκε κυρίως με τα λεμφοκύτταρα Th17 και επομένως με την επίκτητη ανοσία.
Σήμερα γνωρίζουμε ότι η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Στο ίδιο ανοσολογικό δίκτυο μπορούν να συμμετέχουν:
- τα λεμφοκύτταρα Th17,
- τα CD8+ Τ λεμφοκύτταρα,
- τα γδ Τ λεμφοκύτταρα,
- τα έμφυτα λεμφοειδή κύτταρα,
- τα ουδετερόφιλα,
- τα μακροφάγα,
- και τα δενδριτικά κύτταρα.
Η IL-23 μπορεί να λειτουργεί ως σημαντικός συνδετικός κρίκος ανάμεσα στη δραστηριότητα κυττάρων της έμφυτης ανοσίας μέσα στους ιστούς και στις αποκρίσεις λεμφοκυττάρων που παράγουν IL-17.
Τα δίκτυα αυτά μπορεί να εμφανίζονται σε διαφορετικούς ιστούς:
στο δέρμα, στο έντερο, στα σημεία πρόσφυσης τενόντων και συνδέσμων στα οστά και σε οφθαλμικούς ιστούς.
Το σημαντικό συμπέρασμα δεν είναι ότι:
«IL-17 σημαίνει αυτοάνοσο νόσημα».
Ούτε ότι μία μέτρηση της IL-17 μπορεί να χαρακτηρίσει από μόνη της μία νόσο.
Το σημαντικό είναι ότι ένας φαινομενικά «επίκτητος» ανοσολογικός μηχανισμός μπορεί να εξαρτάται από ένα ολόκληρο δίκτυο κυττάρων και σημάτων της έμφυτης ανοσίας και του ιστικού μικροπεριβάλλοντος.
