Τις τελευταίες ημέρες το βιβλίο του Ερλ Σπένσερ για την αδελφή του, πριγκίπισσα Νταϊάνα, βρίσκεται στο επίκεντρο, μιας και φέρνει στη δημοσιότητα πολλά άγνωστα στοιχεία.
Η πριγκίπισσα Νταϊάνα έγινε σύμβολο, έγινε η «πριγκίπισσα του λαού». Έγινε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες γυναίκες στον κόσμο. Κάπου ανάμεσα σε όλες αυτές τις δημόσιες εμφανίσεις και τις φωτογραφίες, υπήρχε ένα κορίτσι που ήθελε απλώς να αγαπηθεί.
Ο αδελφός της, Τσαρλς Σπένσερ, μέσα από το νέο του βιβλίο “Swan Song: Diana, My Sister” θέλησε να δείξει την πιο προσωπική και ευάλωτη πλευρά της και να την συστήσει ξανά στον κόσμο, δείχνοντας την πιο “ανθρώπινη” πλευρά της.
Ο ίδιος γράφει πως η Νταϊάνα «λαχταρούσε την αποδοχή, τον θαυμασμό, την καλοσύνη και την αγάπη». Μια φράση που όπως λέει, μοιάζει σχεδόν να συμπυκνώνει ολόκληρη τη ζωή της. Γιατί μπορεί να είχε εκατομμύρια ανθρώπους να τη θαυμάζουν, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αισθανόταν πάντα πως ανήκει κάπου.
Ο Ερλ Σπένσερ είναι ο αδελφός που παρακολουθεί τα γεγονότα να εκτυλίσσονται στη σύντομη και τελικά τραγική ζωή της αδελφής του. Περιγράφει ένα μείγμα θλίψης και εκνευρισμού καθώς η Νταϊάνα μετατρέπεται αρχικά σε «δημόσια ιδιοκτησία» και στη συνέχεια σε μέλος της βασιλικής οικογένειας, κάτι που τον ενοχλεί ακόμη περισσότερο, καθώς αντιπαθεί «την ανοησία της δουλοπρέπειας» που περιέβαλλε τη μοναρχία.
Το βιβλίο υπενθυμίζει με σκληρό τρόπο ότι η Νταϊάνα ήταν μόλις 20 ετών όταν παντρεύτηκε και έγινε μέσα σε μια νύχτα παγκόσμια σταρ, ενώ πέθανε μόλις 16 χρόνια αργότερα.
Ο Τσαρλς Σπένσερ αναφέρεται στις διατροφικές διαταραχές της αδελφής του και στην έντονη αμφιβολία που ένιωθε για τον εαυτό της. Περιγράφει μια γυναίκα που, παρά την τεράστια δημοτικότητά της, κουβαλούσε μέσα της ένα επίμονο αίσθημα αναξιότητας.
Αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, επηρέασε και τον τρόπο με τον οποίο επέλεξε να χρησιμοποιήσει τη φωνή της. Η Νταϊάνα στράφηκε σε κοινωνικές και ανθρωπιστικές υποθέσεις που συχνά θεωρούνταν δύσκολες ή αμφιλεγόμενες. Δεν φοβήθηκε να αγγίξει θέματα που άλλοι απέφευγαν. Και ενώ αυτό αποτελούσε έκφραση της φυσικής της ευαισθησίας και της κοινωνικής της συνείδησης, ο αδελφός της θεωρεί ότι ήταν ταυτόχρονα και ένας τρόπος να καταπολεμήσει εκείνα τα συναισθήματα που την έκαναν να αμφιβάλλει για την αξία της.
Η ζωή που δεν ήταν δική της πια
Ο Τσαρλς Σπένσερ περιγράφει με έντονα συναισθήματα τη στιγμή που η αδελφή του έπαψε ουσιαστικά να ανήκει στον εαυτό της. Η κάθε της κίνηση σχολιαζόταν, η κάθε εμφάνισή της φωτογραφιζόταν και η προσωπική της ζωή μετατρεπόταν σε θέαμα. Ο αδελφός της δεν κρύβει την απέχθειά του για τη δουλοπρέπεια που, όπως θεωρεί, περιέβαλλε τη μοναρχία. Παράλληλα, παρακολουθούσε τη Νταϊάνα να προσπαθεί να βρει τον δικό της τρόπο να επιβιώσει μέσα σε έναν κόσμο που δεν είχε φτιαχτεί για εκείνη.
Και όταν τελικά προσπάθησε να δημιουργήσει τη δική της ταυτότητα, τα ταμπλόιντ έγιναν ένας ακόμη εχθρός. Η γυναίκα που κάποτε φωτογραφιζόταν ως το απόλυτο παραμύθι της μοναρχίας έγινε σταδιακά αντικείμενο αδυσώπητου κυνηγητού.
Η κηδεία της πριγκίπισσας Νταϊάνα
Ο Τσαρλς Σπένσερ επιστρέφει και στην κηδεία της αδελφής του, ίσως στην πιο φορτισμένη στιγμή ολόκληρης της αφήγησης. Αποκαλύπτει ότι κατά τη διάρκεια της πρόβας είχε προσποιηθεί πως έχασε το κείμενο του επικήδειου λόγου του. Δεν ήθελε κανείς να γνωρίζει από πριν τι σκόπευε να πει και να προσπαθήσει να περιορίσει την κριτική του απέναντι στον Τύπο και τη βασιλική οικογένεια.
Μετά τον θάνατο της Νταϊάνα, μάλιστα, τηλεφώνησε προσωπικά σε διευθυντές ταμπλόιντ εφημερίδων ζητώντας τους να μην παρευρεθούν στην κηδεία, παρά το γεγονός ότι είχαν ήδη προσκληθεί.
Η Νταϊάνα τάφηκε στο Άλθορπ, σε ένα μικρό νησί μέσα στο οικογενειακό κτήμα των Σπένσερ. Μακριά από ένα παραδοσιακό νεκροταφείο και μακριά από όλο εκείνο το πλήθος που είχε παρακολουθήσει τη ζωή της. Και κάπως έτσι, η γυναίκα που δεν μπορούσε να περπατήσει ούτε λίγα μέτρα χωρίς να την ακολουθούν δεκάδες κάμερες βρήκε τελικά ένα μέρος που της ανήκε μόνο.
