Το 2006, οι αδερφές Όλσεν αποφάσισαν να αφήσουν πίσω τους την τηλεόραση και να δοκιμάσουν κάτι εντελώς διαφορετικό. 20 χρόνια μετά, το The Row έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο επιδραστικά ονόματα της πολυτελούς μόδας
Για μια ολόκληρη γενιά, η Μέρι-Κέιτ και η Άσλεϊ Όλσεν θα είναι πάντα τα δίδυμα κορίτσια του «Full House». Οι ταινίες «It Takes Two» και «Passport to Paris» ήρθαν για να συμπληρώσουν την εικόνα τους ως δύο από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της pop κουλτούρας των ’90s και των αρχών των 00s. Και μπορεί οι περισσότεροι από εμάς να περιμέναμε ότι η πορεία τους στο Χόλιγουντ θα ήταν λαμπρή, εκείνες, όμως, είχαν άλλα σχέδια. Το επόμενο κεφάλαιο της ιστορίας τους δεν γράφτηκε στα κινηματογραφικά πλατό κι αν κρίνουμε από την επιτυχία τους, ορθώς έπραξαν.
Μετά την τελευταία κοινή εμφάνισή τους στο «New York Minute», το 2004, οι δύο αδελφές άρχισαν να απομακρύνονται σταδιακά από την υποκριτική, αναζητώντας νέους τρόπους να εκφραστούν δημιουργικά. Το 2006, σε ηλικία μόλις 20 ετών, έκαναν το πρώτο προσωπικό επιχειρηματικό βήμα, ιδρύοντας το δικό τους fashion brand, The Row.
Οι αδερφές Όλσεν στο Full house τον Σεπτέμβριο του 1990 Φωτογραφία / Getty Images
Σε συνέντευξή τους το 2012, η Άσλεϊ Όλσεν είχε αναφέρει, πως ήθελαν να αφιερώσουν τον χρόνο τους σε άλλα πράγματα, ενώ η Μέρι-Κέιτ Όλσεν είχε παραδεχτεί ότι η απομάκρυνση από τα φώτα της δημοσιότητας ήταν μια απόφαση που ένιωθε απολύτως σωστή. Όπως αποδείχθηκε στην πορεία, η απόφαση να στραφούν στον χώρο της μόδας δεν ήταν απλώς ένα νέο επαγγελματικό κεφάλαιο, αλλά η αρχή μιας εντελώς διαφορετικής καριέρας.
Η ιδέα των Όλσεν ξεκίνησε από ένα λευκό T-shirt
Το 2006, η Μέρι-Κέιτ και η Άσλεϊ Όλσεν ίδρυσαν το The Row, έχοντας ως αφετηρία ένα φαινομενικά απλό και ταυτόχρονα διαχρονικό κομμάτι: το τέλειο λευκό T-shirt. Το ξέρουμε, το αγαπάμε, το φοράμε όλες και, ίσως, αποτελεί απάντηση κάθε φορά που ερχόμαστε αντιμέτωπες με το ερώτημα «τι να φορέσω σήμερα;». Η εφαρμογή, η ποιότητα του υφάσματος και η προσοχή στη λεπτομέρεια ήταν τα στοιχεία που οι δύο αδερφές έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα με στόχο να λανσάρουν ένα ρούχο που θα έφερε την ταυτότητά τους.
Αυτός ο τρόπος προσέγγισης έμελλε να καθορίσει ολόκληρη την αισθητική του brand. Αντί να κυνηγά τις τάσεις και να προσπαθεί να συναγωνιστεί/ανταγωνιστεί brands ρούχων που είχαν εδραιώσει τη θέση τους στη βιομηχανία της μόδας, το The Row επέλεξε να επενδύσει σε ρούχα και αξεσουάρ που είναι ανθεκτικά και δεν περιορίζονται σε μία σεζόν, ώστε μπορούν να φορεθούν ξανά και ξανά μέσα στα χρόνια.
Φωτογραφία / Getty Images
20 χρόνια μετά, το 2026, οι συλλογές του περιλαμβάνουν ρούχα, τσάντες και αξεσουάρ, παραμένοντας πιστές στην ίδια σχεδιαστική φιλοσοφία. Η Μέρι Κέιτ και η Άσλεϊ Όλσεν γνώριζαν εξ αρχής τι ακριβώς ήθελαν να κάνουν. Πίστεψαν στην ιδέα τους και έτσι, στα 40 έτη τους, έχουν καταφέρει να συνυπογράφουν ένα από τα πιο πολυτελή brand της βιομηχανίας της μόδας.
To «quiet luxury», όπως περιγράφουν την αισθητική των ρούχων τους, ήρθε για να μείνει, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη εκατομμύρια ανθρώπων στον κόσμο. Μπορεί οι δύο αδερφές να απέχουν συνειδητά από την κοινότητα των social media, ωστόσο η εταιρεία τους έχει ενεργή παρουσία στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, με το Instagram να μετράει σχεδόν 2 εκατομμύρια ακόλουθους.
Το deal του 1 δισ. δολαρίων και οι επενδυτές πίσω από το The Row
Το 2024, αποτέλεσε σημείο καμπής για το The Row, καθώς το brand της Μέρι-Κέιτ και της Άσλεϊ Όλσεν προσέλκυσε το ενδιαφέρον ορισμένων από τα ισχυρότερα ονόματα στον χώρο της πολυτέλειας. Οι οικογένειες πίσω από τη Chanel και τη L’Oréal απέκτησαν μειοψηφικά μερίδια στην εταιρεία – σε μια επενδυτική συμφωνία που την αποτίμησε σε περίπου 1 δισ. δολάρια, όπως υποστηρίζουν τα δημοσιεύματα του Bloomberg και του Business of Fashion. Οι δύο αδελφές διατήρησαν φυσικά την πλειοψηφία της εταιρείας, διατηρώντας τον κύριο έλεγχο του brand τους.
Τι σημαίνει, όμως, στην πράξη μια αποτίμηση 1 δισ. δολαρίων; Δεν πρόκειται για τον ετήσιο τζίρο ή τα καθαρά κέρδη του The Row, αλλά για την εκτιμώμενη συνολική αξία της επιχείρησης στο πλαίσιο της συμφωνίας. Τα οικονομικά στοιχεία του brand δεν δημοσιοποιούνται επισήμως, ωστόσο εκτιμήσεις της αγοράς, τις οποίες επικαλείται το Business of Fashion, τοποθετούν τα ετήσια έσοδά του περίπου στα 250-300 εκατ. δολάρια. Τα λειτουργικά κέρδη εκτιμήθηκαν σε περισσότερα από 60 εκατ. δολάρια. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, πως το όνειρο στέφθηκε από απόλυτη επιτυχία.
Η επενδυτική συμφωνία αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον, αν αναλογιστεί κανείς ότι η ταυτότητα του The Row έχει χτιστεί με σχεδόν αντίθετο τρόπο από αυτόν που λειτουργούν πολλά σύγχρονα fashion brands σήμερα. Με περιορισμένη παρουσία σε φυσικά καταστήματα, επιλεκτική διανομή και χωρίς να στηρίζεται στη συνεχή προβολή των ιδρυτριών του, κατάφερε να προσελκύσει επενδυτές με βαθιά γνώση στα «ρούχα πολυτελείας», εκτοξεύοντας ακόμη περισσότερο τη φήμη του.
Επόμενος στόχος; Να συνεχίσει να αναπτύσσεται διεθνώς, διατηρώντας αναλλοίωτη τη σχεδιαστική φιλοσοφία των αδερφών Όλσεν – που το έκανε ξεχωρίσει μέσα σε αυτές τις δεκαετίες.
