Γράφει η Ελένη Χατζηδημητρίου, φοιτήτρια τμήματος Ψυχολογίας ΕΚΠΑ
Ένα παιδί που παίζει με τις κούκλες του δεν σκέφτεται αν είναι αρκετά ενδιαφέρον. Δεν μετρά πόσοι το παρακολουθούν, ούτε αν το παιχνίδι του θα συγκεντρώσει θετικά σχόλια.
Τι συμβαίνει όμως όταν το ίδιο παιχνίδι γίνεται βίντεο στο TikTok; Όταν υπάρχει κάμερα, κοινό και η προσδοκία για περισσότερα views;
Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότερα παιδιά δημιουργούν περιεχόμενο στα social media. Άλλα χορεύουν, άλλα ανοίγουν παιχνίδια μπροστά στην κάμερα και άλλα απλώς καταγράφουν την καθημερινότητά τους. Συχνά, όλα αυτά ξεκινούν ως παιχνίδι. Ωστόσο, η παρουσία ενός κοινού μεταμορφώνει σταδιακά τη φύση του παιχνιδιού.
Το άγχος της συνεχούς προβολής
Οι ενήλικες συχνά πιστεύουμε ότι τα παιδιά δεν ενδιαφέρονται για τους αριθμούς. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Από μικρή ηλικία, τα παιδιά αντιλαμβάνονται τι σημαίνει ένα like, ένα σχόλιο ή ένας μεγάλος αριθμός followers. Μαθαίνουν ότι ορισμένα βίντεο έχουν μεγαλύτερη απήχηση από άλλα και ότι κάποια χαρακτηριστικά όπως η εμφάνιση, η εξωστρέφεια ή το χιούμορ επιβραβεύονται περισσότερο.
Έτσι, υπάρχει ο κίνδυνος το παιδί να αρχίσει να προσαρμόζει τη συμπεριφορά του ώστε να γίνει πιο αρεστό. Σταδιακά, το ερώτημα «τι μου αρέσει να κάνω;» αντικαθίσταται από το «τι αρέσει στους άλλους να βλέπουν;». Έρευνες δείχνουν ότι η εξάρτηση της αυτοεκτίμησης από την κοινωνική επιβεβαίωση στα social media συνδέεται με αυξημένα επίπεδα άγχους, κοινωνικής σύγκρισης και χαμηλότερη ικανοποίηση από τον εαυτό, ιδιαίτερα κατά την εφηβεία.
Όταν το παιδί γίνεται «προϊόν»
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι απαραίτητα το οικονομικό κέρδος. Είναι ότι το παιδί μπορεί να αρχίσει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του σαν ένα μικρό brand.
Να σκέφτεται αν είναι αρκετά χαριτωμένο, αρκετά αστείο ή αρκετά ενδιαφέρον. Να αισθάνεται πίεση να δημοσιεύει συνεχώς περιεχόμενο ή να παραμένει πάντα χαρούμενο μπροστά στην κάμερα.
Η παιδική ηλικία όμως χρειάζεται και στιγμές που δεν καταγράφονται. Χρειάζεται λάθη που ξεχνιούνται, αμηχανία που δεν γίνεται viral και παιχνίδι χωρίς θεατές.
Το δικαίωμα να αλλάζεις
Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της παιδικής ηλικίας είναι η δυνατότητα να αλλάζεις συνεχώς. Σήμερα ένα παιδί θέλει να γίνει τραγουδιστής, αύριο αστροναύτης και την επόμενη εβδομάδα μπορεί να μην ενδιαφέρεται για τίποτα από τα δύο. Δοκιμάζει ρόλους, κάνει λάθη, ντρέπεται για επιλογές του και προχωρά παρακάτω.
Στα social media, όμως, τίποτα δεν ξεχνιέται εύκολα. Ένα βίντεο που δημοσιεύτηκε στα οκτώ ή στα δέκα χρόνια μπορεί να εξακολουθεί να υπάρχει χρόνια αργότερα. Μια αμήχανη στιγμή, μια παιδική συμπεριφορά ή μια εικόνα που το ίδιο το παιδί δεν επιθυμεί πλέον να το αντιπροσωπεύει, μπορεί να παραμένει προσβάσιμη σε φίλους, συμμαθητές ή ακόμη και σε αγνώστους.
Οι αναπτυξιακοί ψυχολόγοι υποστηρίζουν ότι η εξερεύνηση ταυτότητας είναι βασικό αναπτυξιακό καθήκον της παιδικής και εφηβικής ηλικίας. Η δυνατότητα να πει κανείς «ήμουν έτσι, αλλά δεν είμαι πια» αποτελεί ουσιαστικό μέρος της ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης. Όταν όμως η παλαιότερη εικόνα του ατόμου παραμένει μόνιμα ορατή στο διαδίκτυο, η διαδικασία αυτή μπορεί να γίνει πιο περίπλοκη.
Μπορούν τα παιδιά να είναι απλώς παιδιά;
Ίσως τελικά το ερώτημα δεν είναι αν τα παιδιά πρέπει να εμφανίζονται στα social media.
Το ερώτημα είναι αν τους επιτρέπουμε να παίξουν χωρίς να αποδίδουν, να δημιουργήσουν χωρίς να αξιολογούνται και να μεγαλώσουν χωρίς να αισθάνονται ότι βρίσκονται διαρκώς πάνω σε μια σκηνή.
Γιατί η μεγαλύτερη αξία του παιχνιδιού δεν είναι ότι το βλέπουν οι άλλοι.
Είναι ότι βοηθά το παιδί να ανακαλύψει ποιο είναι, όταν κανείς δεν το παρακολουθεί.
Πηγές:
https://www.apa.org/topics/social-media-internet/health-advisory-adolescent-social-media-use
https://ro.ecu.edu.au/cgi/viewcontent.cgi?article=7622&context=ecuworks2022-2026
