Από τη Νάπολη και τα φωτορομάντσα στο Χόλιγουντ, η Ιταλίδα σταρ διέγραψε μια μυθική πορεία, που της επέτρεψε να διατηρεί στα 92 της τον θρύλο της ανέγγιχτο από τον χρόνο.
Ο πλανήτης τη γνώρισε πριν ακόμα ο άνθρωπος πατήσει στο φεγγάρι. Έπαιξε απέναντι σε ονόματα της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ (από τον Μάρλον Μπράντο και τον Κλαρκ Γκέιμπλ μέχρι τον Φρανκ Σινάτρα και τον Κάρι Γκραντ). Έγινε η πρώτη ηθοποιός που πήρε Όσκαρ για την ερμηνεία της σε μη αγγλόφωνη ταινία, κατέκτησε πέντε Χρυσές Σφαίρες, ένα Grammy κι ένα τιμητικό Όσκαρ συνολικής προσφοράς, ενώ της ανήκει το 2000ό αστέρι στη Λεωφόρο της Δόξας, όπως και τραγούδι που έγραψαν για αυτήν οι Rolling Stones (“Pass the wine”). Στην εποχή των ιnfluencers και της εφήμερης διασημότητας, αν κάποιος δικαιούται τον χαρακτηρισμό του σταρ -με όλη τη σημασία της λέξης- είναι η Σοφία Λόρεν.
Γεννημένη σαν σήμερα, στις 20 Σεπτεμβρίου 1934, γιόρτασε πριν από δύο χρόνια τη συμπλήρωση των 90 της στο Anantara Palazzo στη Ρώμη (που έδωσε το όνομα της στην προεδρική σουίτα του), φορώντας μια ασημί δημιουργία που ο οίκος Armani σχεδίασε ειδικά για την περίσταση. Σε πιο στενό οικογενειακό κύκλο, πέρασε τα περσινά της γενέθλια στη Γενεύη, την πόλη όπου έχει επιλέξει να κατοικεί μόνιμα τα τελευταία χρόνια.
Το σπίτι της εκεί είναι ανάλογο μιας αληθινής σταρ. Έχει μαρμάρινες σκάλες, εντυπωσιακούς πολυελαίους, πίνακες με περίτεχνες κορνίζες, ενώ ένα δωμάτιο είναι αφιερωμένο στη συλλογή της με τα χρυσά γλυπτά. Περιτριγυρισμένη από παιδιά κι εγγόνια, τα τελευταία χρόνια απολαμβάνει εκεί την οικογενειακή ζωή, που πάντα επιζητούσε. Ασχέτως αν το σινεμά ήταν γραμμένο στο πεπρωμένο της.
Ένα κορίτσι μεγαλώνει στη Νάπολη
Η εντυπωσιακή φιλμογραφία της είναι στην ουσία μια αναδρομή στην ίδια την ιστορία του κινηματογράφου. Οι ταινίες της καλύπτουν ένα τεράστιο φάσμα: από διασκεδαστικές ρομαντικές κωμωδίες, όπως το “Χθες, Σήμερα, Αύριο” του 1963 -με το εμβληματικό στριπτίζ- μέχρι δράματα αξιώσεων, όπως το “Μια ξεχωριστή μέρα” (1977) του Έτορε Σκόλα, που την έφερε αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που είχε γνωρίσει δεκαετίες νωρίτερα -όταν εκείνη και η οικογένεια της κρύβονταν σε σιδηροδρομικές σήραγγες γύρω από τη Νάπολη, για να γλιτώσουν από τους βομβαρδισμούς κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η Λόρεν δεν έμοιαζε ποτέ με άλλες σταρ της εποχής της. Σε όλη τη διάρκεια της καριέρας της, αψήφησε συμβάσεις και στερεότυπα, υποδυόμενη άλλοτε μετανάστριες ή πόρνες κι άλλοτε κατασκόπους ή ανήσυχες νοικοκυρές. Πίσω από όλες αυτές, πριν ακόμα υπάρξει ως Σοφία Λόρεν, ήταν η Σοφία Βιλάνι Σικολόνε, ένα μελαχρινό κορίτσι, γεννημένο εκτός γάμου στη Ρώμη.
Ο πατέρας της αρνήθηκε να παντρευτεί τη μητέρα της, παρά τη γέννηση και δεύτερης κόρης τέσσερα χρόνια μετά, οπότε εκείνη πήρε τα κορίτσια κι επέστρεψε στο πατρικό της στο Ποτσουόλι, κοντά στη Νάπολη. «Ήταν μια πολύ όμορφη γυναίκα, που ονειρευόταν να γίνει ηθοποιός» έχει πει γι’ αυτήν. «Έμοιαζε πάρα πολύ στην Γκρέτα Γκάρμπο. Έβγαινε έξω και μαζευόταν κόσμος για να της ζητήσει αυτόγραφο. Ήταν, όμως, πολύ μόνη. Είχε όνειρα, αλλά δεν μπόρεσε να τα ακολουθήσει».
Όταν ξεκίνησε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η ζωή ήταν ήδη δύσκολη για την οικογένεια, που επιβίωνε με το λιγοστό ψωμί που έπαιρνε με δελτίο. Η Σοφία ήταν τόσο υποσιτισμένη, που τα άλλα παιδιά τη φώναζαν “οδοντογλυφίδα” -όταν δεν την κορόιδευαν, ως εκτός γάμου παιδί. «Δεν μπορώ να πω ότι ζήλευα που τα άλλα παιδιά είχαν πατέρα, όμως ένιωθα διαφορετική. Με πλήγωνε που με κορόιδευαν, αλλά δεν ένιωθα μόνη. Είχα τη μητέρα και την αδερφή μου, ήμασταν οικογένεια, διαφορετική, αλλά οικογένεια».
Με τον πατέρα συναντήθηκε μόλις τρεις φορές στη ζωή της. «Τον συγχώρεσα» έγραψε χρόνια μετά στα απομνημονεύματα της, χωρίς να κρύψει ότι η εγκατάλειψη επηρέασε σημαντικά την παιδική ηλικία της.
Από τα φωτορομάντσα στο σινεμά
Η Σοφία μεγάλωσε, ξεπέρασε την περίοδο της “οδοντογλυφίδας”, κι άρχισε να παίρνει μέρος σε διαγωνισμούς ομορφιάς και να φωτογραφίζεται σε φωτορομάντσα. Περιττό να προστεθεί το ολοφάνερο. Η ομορφιά έγινε συνώνυμο της Σοφίας Λόρεν. Στη γοητεία της υπέκυψαν οι μεγαλύτεροι σταρ του Χόλιγουντ.
Ο Κάρι Γκραντ, αν και παντρεμένος, την ερωτεύτηκε παράφορα. Ο Πίτερ Σέλερς, επίσης παντρεμένος, της εξομολογήθηκε τον έρωτα του μπροστά στη γυναίκα του, ενώ ο Μάρλον Μπράντο -μαντέψτε, παντρεμένος- της έκανε επανειλημμένες ερωτικές προσεγγίσεις το 1967, όταν γύριζαν τη “Δούκισσα του Χονγκ Κονγκ”. Σε όλες τις περιπτώσεις, μίλησε το ναπολιτάνικο ταμπεραμέντο. Η Λόρεν είχε εξίσου τον τρόπο να γοητεύει, όσο και να κρατάει μακριά τους ανεπιθύμητους -wannabe- εραστές, όποιοι κι αν ήταν.
Ο πρώτος που την ανακάλυψε ήταν ο Κάρλο Πόντι σε ένα διαγωνισμό ομορφιάς το 1950. Αυτό που τον τράβηξε ήταν η ομορφιά της, αυτό που τον κράτησε, το ταλέντο της. Πριν μεσολαβήσει ώστε να πάρει τους πρώτους μικρούς ρόλους, της πρότεινε μήπως να σκεφτεί να “φτιάξει” τη μύτη της; «Αν πρέπει να αλλάξω η μύτη μου» απάντησε «προτιμώ να γυρίσω στο σπίτι μου στο Πουτσουόλι».
Η Ιταλίδα, που γράφει ιστορία στο Χόλιγουντ
Οι μικροί ρόλοι σε χαμηλού προϋπολογισμού παραγωγές εξελίχθηκαν γρήγορα σε μεγάλους. Το 1951 παίζει ένα μικρό ρόλο στο “Κβο Βάντις” και το 1953 εμφανίζεται ως πρωταγωνίστρια στην “Αΐντα”. Ο Βιτόριο Ντε Σίκα διακρίνει το ταλέντο της και της δίνει βασικό ρόλο στην ταινία του “Η χρυσή Νάπολη” 1954. Συνεργάζονται σε αρκετές παραγωγές, ενώ το 1955 συμπρωταγωνιστούν με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι στην “Ωραία Μυλωνού”.
Στην Ιταλία είναι ήδη διάσημη, όταν το Χόλιγουντ της ανοίγει διάπλατα τις πόρτες του. Το 1957 συναντιέται με τον Κάρι Γκραντ και τον Φρανκ Σινάτρα στο “The pride and the passion”, ενώ παράλληλα πρωταγωνιστεί στο -γυρισμένο στην Ελλάδα- “Παιδί και το δελφίνι” -όπου τραγουδάει στα ελληνικά “τι είν’ αυτό που το λένε αγάπη;”.
Η Λόρεν είναι πλέον διεθνής σταρ. Είναι η προσωποποίηση της λάμψης της ιταλικής κουλτούρας, πρότυπο ομορφιάς, σύμβολο του σεξ και μιας ανέμελης dolce vita -που κάνει τους Ιταλούς μετανάστες στην Αμερική να αναστενάζουν από νοσταλγία.
Δεν είναι, όμως, μόνο αυτά κι η βράβευση της το 1958 για το “Black Orchid” στο Φεστιβάλ Βενετίας δείχνει ότι πίσω από τις χυμώδεις καμπύλες -που σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφου αποδίδει “στις μακαρονάδες”- η Ιταλίδα Θεά έχει πολλά πρόσωπα.
To 1960, γράφει ιστορία, τραγουδώντας “Tu vuo fa l’ Americano” στην κλασική κωμωδία “It started in Naples”, ενώ παράλληλα κατακτά Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου για την ερμηνεία της στην ταινία του Ντε Σίκα “Η ατιμασμένη” (όπου υποδύεται μια γυναίκα, η οποία προσπαθεί να προστατεύσει την κόρη της μέσα στη φρίκη του πολέμου).
Ακολουθούν φιλμ, που σφραγίζουν την πορεία του κινηματογράφου, όπως το “Ελ Σιντ” (1961), το “Χθες σήμερα αύριο” (1963) και το “Γάμος αλά ιταλικά” (1964) με τον Μαστρογιάνι που της χαρίζει άλλη μια υποψηφιότητα για Όσκαρ, το έπος της “Πτώσης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας” (1964), το “Arabesque” (1966) με τον Γκρέγκορι Πεκ και “Η κόμισσα του Χονγκ Κονγκ” (1967) με τον Μάρλον Μπράντο.
Τη δεκαετία του ‘70 υποδύεται την Αντονιέτα στο “Μια ξεχωριστή μέρα” του Ετόρε Σκόλα, συμμετέχει στο εξαιρετικά εμπορικό θρίλερ “Το πέρασμα της Κασσάνδρας” (1977), ενώ έχει αρχίσει ήδη να μειώνει τις κινηματογραφικές εμφανίσεις της. Δύσκολο να το αντιληφθείς για μια γυναίκα, όπως η Λόρεν, προορισμένη να κάνει σινεμά, να λάμπει στην οθόνη. Ναι, αλλά η Σοφία υπήρξε πάντα μια γυναίκα που ονερευόταν σπίτι, παιδιά και οικογένεια.
Ο μεγάλος έρωτας και ο περιπετειώδης γάμος
Η διαδρομή της στην οικογενειακή ζωή των ονείρων της δεν ήταν εύκολη, ούτε ανέφελη. Γνώρισε τον μετέπειτα σύζυγο της, Κάρλο Πόντι όταν ήταν 16 ετών -κι εκείνος 37, και κριτής σε καλλιστεία. «Ήταν και για τους δύο έρωτας με την πρώτη ματιά. Στην αρχή γίναμε φίλοι, όμως όταν έγινα 19, τα πράγματα σοβάρεψαν».
Εκείνος ήξερε από την αρχή ότι είχε μια σταρ μπροστά του. «Υπήρχε μια λάμψη επάνω της, κατάλαβα αμέσως πόσο ξεχωριστή είναι», είχε δηλώσει. Ο Πόντι τότε ήταν σε διάσταση με τη σύζυγο του, όμως δεν είχε πάρει διαζύγιο. Οι δυο τους έγιναν ζευγάρι, αλλά ο Πόντι δεν μπορούσε να ικανοποιήσει το όνειρο της για μια αξιοσέβαστη ιταλική οικογένεια -σύμφωνα με τις συνθήκες της εποχής και τα παιδικά απωθημένα της- καθώς η Εκκλησία τότε δεν αναγνώριζε το διαζύγιο.
Το 1957, ο Πόντι επιχείρησε να λύσει το γάμο του στο Μεξικό και να παντρευτεί τη Λόρεν δια πληρεξουσίου, όμως στην Ιταλία το διαζύγιο δεν αναγνωρίστηκε -ενώ το Βατικανό καταδίκασε το γάμο ως παράνομο- και ο Πόντι βρέθηκε αντιμέτωπος με την κατηγορία της διγαμίας -με αποτέλεσμα να χρειαστεί να τον ακυρώσει.
Ο πειρασμός και το καθοριστικό δίλημμα
Στο σκηνικό, βέβαια, τότε έχει ήδη εμφανιστεί ο Κάρι Γκραντ. Η ίδια έχει μιλήσει και γράψει στα απομνημονεύματα της για τη σχέση τους. Γνωρίστηκαν το 1956 στα γυρίσματα του “The Pride and the Passion” και ξανασυναντήθηκαν το 1958 στο “Houseboat”. Ο Γκραντ τότε ήταν παντρεμένος με την Μπέτσι Ντρέικ, όμως δεν έκρυβε το πάθος του για τη Λόρεν μέσα από γράμματα, δώρα και προτάσεις γάμου.
Για εκείνη ο Γκραντ ήταν ένας «υπέροχος άνθρωπος, που με είχε ερωτευτεί τρελά. Μου ζητούσε να τον παντρευτώ, όμως αυτό σήμαινε να αφήσω τον Κάρλο μου και να προκαλέσω ένα τεράστιο σκάνδαλο». Κλήθηκε τότε να επιλέξει ανάμεσα στη ζωή στο Χόλιγουντ στο πλευρό του Κάρι Γκραντ και στην επιστροφή στον τόπο της, στον άντρα που ερωτεύτηκε στα 16. Ακούγεται παράδοξο; Μπορεί. Γεγονός είναι πως ο Κάρι Γκραντ δεν είχε τύχη.
«Ο Κάρλο ήταν Ιταλός, ήταν ο άνθρωπος μου, ο κόσμος μου», εξομολογήθηκε χρόνια μετά στο Vanity Fair. «Μέσα μου ήξερα ότι ήταν η σωστή επιλογή για μένα».
Παρέμεινε στο πλευρό του Πόντι, κι εγκαταστάθηκε μαζί του στη Γαλλία, όπου κατάφερε τελικά να πάρει διαζύγιο και να την παντρευτεί νομίμως σε πολιτικό γάμο που έγινε το 1966 κοντά στο Παρίσι. Δύο χρόνια μετά ήρθε στη ζωή ο Κάρλο Τζούνιορ και το 1973 ο μικρότερος γιος, Εντουάρντο.
Ο έρωτας τους αποδείχτηκε ένα από τα πιο δυνατά love stories. Διένυσαν πάνω από μισό αιώνα κοινής πορείας, μέχρι τον θάνατο του το 2007 σε ηλικία 94 ετών.
Η οικογενειακή ζωή που ονειρευόταν
Η οικογένεια ήταν ο λόγος που από τα ‘80s και μετά η Σοφία Λόρεν έκανε ένα βήμα πίσω στην καριέρα της, περιορίζοντας τη μόνο σε σποραδικές εμφανίσεις. «Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι δουλεύω σκληρά από 17 χρονών. Κι έχω πια δύο παιδιά, αλλά δεν μπορώ να τα χαρώ, γιατί όλο λείπω. Οπότε είπα μέσα μου basta κι έμεινα με τα παιδιά μου».
Όχι πως αποτραβήχτηκε ολοκληρωτικά από την οθόνη. Έκανε επιλεγμένες εμφανίσεις (όπως στο “Pret a porter” του 1994 ή στο μιούζικαλ “Nine” το 2009), με τελευταία τη συμμετοχή της στην ταινία του γιου της, Εντουάρντο, “The Life Ahead” το 2020.
Σήμερα πια, έχει περιορίσει ριζικά τις εμφανίσεις της. Στο σπίτι είναι απλώς η μαμά και η γιαγιά. Κι όπως έχει πει, δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να δείξει στα εγγόνια της ταινίες της. «Γιατί να τους υποβάλλω σε πράγματα που δεν τους ενδιαφέρουν;».
Το αντίθετο, ωστόσο, πιστοποιούν τα δεκάδες γράμματα θαυμαστών που συνεχίζει να δέχεται. «Είναι ίσως παράδοξο ότι λαμβάνει μηνύματα θαυμασμού από όλες τις γενιές, κυρίως από νέους ανθρώπους, που δεν είχαν καν γεννηθεί όταν αραίωσε τις εμφανίσεις της στο σινεμά», έχει δηλώσει ο Εντουάρντο Πόντι. «Νομίζω πως αυτό είναι το εξαιρετικό με τη μητέρα μου. Σε κάθε διαφορετική δεκαετία της ζωής της δημιούργησε έργο που αξίζει να θυμάσαι, αγγίζοντας στην πορεία κάθε γενιά».
Η ίδια έχει δώσει άλλη εξήγηση στη διαχρονική επιτυχία της. «Για μένα το μυστικό στη ζωή είναι ένα: μην έχετε ποτέ plan b. Κι όταν συναντήσετε εμπόδια, μην ψάξετε εναλλακτικές λύσεις. Πάρτε βαθιά ανάσα και αντιμετωπίστε το, σαν να μην υπάρχει άλλη επιλογή. Μόνο μπροστά, μόνο plan a…».
