Το «Test» καταπιάνεται με θέματα όπως η επιθυμία, η πίστη και κάθε μορφής εξάρτηση (οικογενειακή, ουσίες κ.λπ.) μας γνωρίζει τον κόσμο του bodybuilding, εκεί όπου η σωματική δύναμη γίνεται συχνά το πιο πειστικό καμουφλάζ της θηλυκής πλευράς… και -ας μου επιτραπεί να σχολιάσω προκαταβολικά- περνάει όλα τα τεστ με βαθμολογία πάνω από τη βάση και από τους θεατές που αρέσκονται στα αθλητικά δράμα στα, και από το κοινό που αναζητά τη νέα ανάγνωση σε queer θεάματα.
Ο Έντι Όουενς έχει χτίσει σώμα που δύσκολα περνά απαρατήρητο, ίσως είναι όμως και το καμουφλάζ του σε έναν κόσμο που, όπως μαθαίνουμε και στο «Το κλάμα βγήκε απ’ τον Παράδεισο», «ο άνδρας» (πρέπει να) «είναι άνδρας». Στο «Test» του Σαμ ΜακΚόνελ, οι μύες εργαλειοποιούνται ως υπόσχεση επιτυχίας, μέσο βιοπορισμού και προστασία απέναντι σε έναν κόσμο που απαιτεί διαρκώς αποδείξεις ανδρισμού και όσο περισσότερο «φουσκώνει» το σώμα, τόσο επιτακτικότερα μελετάμε πώς η επιβεβαίωση είναι απαραίτητο εργαλείο για έναν άνθρωπο ώστε να νιώσει ότι δικαιούται να υπάρχει όπως τον έπλασε ο Θεός (που λέει και η Αννούλα).


Το «Test» μπορούμε να το αποκαλέσουμε άφοβα ένα rainbow Rocky, καθώς έχει τη φιλοδοξία του αουτσάιντερ, την πειθαρχία, τον προπονητή, την προσμονή μιας διάκρισης που θα αλλάξει τα πάντα· έτσι ο χαρακτηρισμός αυτός αυτομάτως αποκτά ενδιαφέρον επειδή η ταινία αμφισβητεί την ίδια την υπόσχεση της αθλητικής ανόδου, καθώς κανένα τρόπαιο δεν μπορεί να πιστοποιήσει την επίδοση (μόνο η συμφιλίωση με τον κρυφό εαυτό έχει αυτό το δικαίωμα).
Ο Έντι (Μπροκ Γιούριτς), ένας επίδοξος επαγγελματίας bodybuilder από το Οχάιο, ζει με την ασφυκτική αφοσίωση της θρησκευόμενης μητέρας του (η πίστη της είναι μάλλον αποτέλεσμα «θεραπείας» από τον αλκοολισμό), Τζοάν, που παρακολουθεί και παρεμβαίνει στην αγωνιστική του πορεία. Έπειτα από μια αποτυχία σε διαγωνισμό, (με τη μητέρα του σε προστατευτική κρίση να τον εξευτελίζει επενδύοντας στις δικές της προσδοκίες), στρέφεται στον έμπειρο προπονητή Μάικ, αναζητώντας την καθοδήγηση που θα τον οδηγήσει στο επόμενο επίπεδο επιτυχίας και καριέρας. Η σχέση τους τον φέρνει αντιμέτωπο με τις απαιτήσεις του πρωταθλητισμού, τις παράνομες ουσίες (εξ ου και «Test» από την τεστοστερόνη σε ενέσιμη μορφή) και μια έλξη που συγκρούεται με τη συντηρητική ανατροφή του. (Η σχέση του Μάικ με τον Έντι πάντως κρύβει φροϋδικές προεκτάσεις δεύτερου επιπέδου συγγένειας που θα ανακαλύπτετε μόνο αν δείτε τη ταινία).
Η μητέρα αποτελεί τον δυσκολότερο κριτή και ευκολότερο επικριτή του: τον συνοδεύει στους διαγωνισμούς, επενδύει στην επιτυχία του, τον επιδεικνύει ως τρόπαιο στις πιθανές πελάτισσές της. Η υποστήριξή της είναι τόσο έντονη που καταλαμβάνει όλο τον χώρο που θα χρειαζόταν εκείνος για να αυτονομηθεί. Εκεί εμφανίζεται ξεκάθαρα η βεβαίωση πως η αγάπη μπορεί να είναι ειλικρινής και ταυτόχρονα μπουνιά κάτω από τη μέση που βγάζει νοκ άουτ ακόμα και τον δυνατότερο μποντιμπιλντερά, καθώς σε αυτό το πλαίσιο εύκολα ο έλεγχος γίνεται κακοποίηση.


Η διαπίστωση ότι «η μάνα σου δεν σε αφήνει να εξελιχθείς» ακούγεται εύκολο συμπέρασμα που λίγοι τολμηροί θα τη μοιραστούν μαζί του. Η σχέση μάνας-γιου, ωστόσο, επιτρέπει μια ακόμα πιο άβολη ανάγνωση, καθώς ο Έντι οφείλει να απομακρυνθεί από τη μάνα του που εξακολουθεί να χρειάζεται την αγάπη της (και η Τζοάν από μεριάς της καλείται να αποδεχθεί ότι η ζωή που υπερασπίζεται με τόσο πάθος ανήκει σε κάποιον άλλον). Η διαγενεακή πληγή αυτής της σχέσης βασίζεται κυρίως στην εγγύτητα: και οι δύο γνωρίζουν τα trigger points τους και βυθίζουν τα δάχτυλα στις πληγές που πονάνε περισσότερο (ακόμα και με την ευγενή πρόφαση ότι βρίσκονται εκεί για να επουλώσουν την πληγή που οι ίδιοι κρατούν επιμελώς ανοιχτή).
Εξίσου διφορούμενη είναι η θέση του Μάικ, του πρώτα προπονητή (και εν συνεχεία εραστή) που διαθέτει γνώση, κύρος και την εξουσία να ορίσει τι χρειάζεται ο μαθητής του για να εξελιχθεί. Όταν δε στην ανάγκη για καθοδήγηση προστίθεται εντονότερα από το αναμενόμενο η ερωτική έλξη, η επιθυμία, ο θαυμασμός και η εξάρτηση, το σκατο θα χτυπήσει τον ανεμιστήρα όπως σοφά λέει αυτό το βρετανικό γνωμικό. Με μια δεύτερη σκέψη όμως, πόσο ελεύθερα μπορούμε να επιθυμούμε εκείνον που θα μας οδηγήσει πιο κοντά στα όνειρα μας και —πολλώ δε μάλλον— πόσο αβίαστα υπό αυτές τις συνθήκες συγχέουμε την προσοχή με τη φροντίδα; Η σύντομη απάντηση βρίσκεται στην ίδια την ανισορροπία αυτής της σχέσης, αφού υπάρχει αδυναμία να ξεχωρίσεις καθαρά την προσωπική αναζήτηση από την ανάγκη για έγκριση και επιβεβαίωση.


Η θρησκεία πλέον είναι γόνιμος (και μόνιμος) παρατηρητής, κριτής και επικριτής στη ζωή του Έντι. Η ιδέα ότι «ο Ιησούς βρίσκεται μαζί σου ακόμη και στην κρεβατοκάμαρα ή στην τουαλέτα» μετατρέπει την πανταχού παρουσία Του σε διαρκή επιτήρηση· και κάπως έτσι εξαφανίζεται ο ιδιωτικός χώρος όπου το σώμα μπορεί απλώς να αισθανθεί, με τον παράδεισο και την κόλαση να αποκτούν μια πολύ συγκεκριμένη, καθημερινή υπόσταση ως προσδοκία της αποδοχής και τρόμο της τιμωρίας (καθώς και τα δύο συνδέονται με την επιθυμία).
Απέναντι σε αυτή την αόρατη παρουσία, η κάμερα του υπολογιστή εισάγει ένα διαφορετικό βλέμμα στην αφήγηση. Ο Έντι κερδίζει χρήματα εκθέτοντας το σώμα του (και κάποιες φορές προσφέροντας και κάτι παραπάνω με το ανάλογο αντάλλαγμα) διαδικτυακά, κάνοντας τον εαυτό του θέαμα σε ένα διαφορετικό τσίρκο από εκείνο των διαγωνισμών δύναμης και ανδρείας. Η εργασία του ως cam model που ικανοποιεί για μικροποσά τις φαντασιώσεις των φαν του αποτελεί μέρος της ίδιας οικονομίας σωματικής πειθαρχίας και αναγνώρισης. Όλοι τους γίνονται κριτές, βαθμολογούν, αξιολογούν, απολαμβάνουν το θέαμα έναντι αντιτίμου. Το σώμα ως θέαμα/έκθεμα πλέον βρίσκεται ανάμεσα σε διαφορετικά ακροατήρια, το καθένα με τις δικές του απαιτήσεις (και σαφέστατα έκθεση του δεν εξασφαλίζει ότι κάποιος βλέπει τον άνθρωπο πίσω από τη μάσκα).


Εδώ η ταινία προσφέρει και την πιο ενδιαφέρουσα σύνδεση ανάμεσα στην συνύπαρξη αρρενωπότητας και θηλυκότητας στο ίδιο σώμα. Το bodybuilding στηρίζεται στη σωματική ρώμη, αλλά και στην πόζα, στη «σκηνοθεσία», «χορογραφία» της παρουσίασης. Αυτό το άθλημα που έχει όρους καλλιστείων επενδύει τόσο πολύ στην εικόνα του αδιαμφισβήτητου ανδρισμού όμως εξαρτάται ταυτόχρονα από την «τέχνη της έκθεσης». Αυτή η συνύπαρξη αποκαλύπτει τους περιορισμούς ανάγνωσης «της γλώσσας του σώματος». Αν λοιπόν τα μούσκουλα δεν δίνουν μια και μοναδική ανάγνωση της σεξουαλικότητας, γιατί τότε η ευαισθησία να αφαιρεί την ανδρική ταυτότητα;
Το μπλουζάκι με τους Σπαρτιάτες (ναι υπάρχει και τέτοιο) που φοράει ο Μάικ φέρει και αυτό τη δική του ανάγνωση ως σύμβολο πολεμικής αντοχής σε έναν προπονητή που η αχίλλειος πτέρνα του είναι η ιδιωτικές του επιθυμίες (είναι πατέρας και έχει δεχτεί την απόρριψη του γιου του λόγω της διπλής του ζωής). [Η συγκεκριμένη πάντως απόσταση ανάμεσα στο σύμβολο και στον φορέα του θυμίζει, από μια διαφορετική οπτική γωνία, μια παράφραση του «Billy Elliot», εκεί που ένα αγόρι διεκδικούσε μια μορφή έκφρασης που το περιβάλλον του θεωρούσε ασύμβατη με το φύλο του]. Εδώ, οι συγκεκριμένοι δύο ήρωες της ερωτικής και προπονητικής ιστορίας ασπάζονται έντονα ή λιγότερο έντονα, για κοινωνικούς λόγους, ένα ιδεώδες ανδρικής σωματικότητας αρκετά πολύπλοκο για να εξηγηθεί μέσα σε λίγες προτάσεις, και επίσης η συμμόρφωση της εικόνας με τα «πρέπει» τους απομακρύνει και από την προσωπική ελευθερία και από την πιθανή κοινή πορεία σε επαγγελματικό ή προσωπικό μονοπάτι.


Το «Test» αφήνει επίσης χώρο στην πίκρα και στην ειρωνεία. Τα αστεία για την πίστη, το σεξ και την υποκρισία μπορούν να εκφράσουν οικειότητα, αλλά στην πραγματικότητα λειτουργούν σαν εξομολογήσεις πίσω από εκκλησιαστικό φυλάκιο και αποτελούν ένα σαρκαστικό σχόλιο για τον άνθρωπο που, ενώ θέλει να πλησιάσει τον άλλον, ρίχνει κλεφτές ματιές στην… έξοδο κινδύνου. Μπορεί λοιπόν η ειρωνεία να εκφράσει αγάπη; Ίσως, αρκεί να γνωρίζουμε εκ προοιμίου ότι τραυματίζει βαθιά στην προσπάθειά της να προστατεύσει.
Σε αυτή την αμφισημία βρίσκεται και το μέτρο με το οποίο αξίζει να αξιολογηθεί η ταινία. Το υλικό παίζει στις γκρίζες ζώνες των αντιθέσεων: μια καταπιεστική μητέρα και ένας καταπιεσμένος γιος, η θρησκευτική ενοχή και η σεξουαλική ελευθερία, το σκληρό περίβλημα και το εύθραυστο εσωτερικό. Η πιο γόνιμη ανάγνωσή της αρχίζει όταν αυτά τα σχήματα παύουν να διατηρούν τις ισορροπίες τους, όταν δηλαδή αναγνωρίζουμε ότι η χειραφέτηση μπορεί να δημιουργεί νέες εξαρτήσεις, ότι η ερωτική αναγνώριση μπορεί να συγχέεται με την αποδοχή και ότι ένας άνθρωπος μπορεί να αγαπά εκείνο ακριβώς που τον εξαντλεί. [Και ναι, όπως κάθε σοβαρή ταινία που είναι camp, φλερτάρει έντονα με το μελό και τα κλισέ του είδους].
Το «Test», (που τον Νοέμβριο θα προβληθεί σε γνωστό ελληνικό κινηματογραφικό φεστιβάλ), βρίσκει έτσι το ουσιαστικό του διακύβευμα πέρα από την αξιολόγηση στο τέλος ενός αγώνα. Ο Έντι έχει μάθει να δουλεύει αδιάκοπα για να κερδίζει τα βλέμματα (και άρα να κερδίζει αναγνώριση) των άλλων. Η πραγματική δοκιμασία του είναι να πιστέψει ότι αξίζει την αγάπη και αποδοχή ακόμη και όταν δεν έχει τίποτε να επιδείξει. Κάπως έτσι αυτό το rainbow Rocky κουβαλά την πιο ανθρώπινη αγωνία του πρωταθλητισμού, την ελπίδα ότι, μόλις μας επιβραβεύσουν για την προσπάθεια μας, θα πάψουμε επιτέλους να νιώθουμε ανεπαρκείς. Στις ταινίες αυτό αρκεί, στην πραγματική ζωή… όχι!


Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος
